Η Φοινικιά του Παλαμά.
Πηγή: pinterest.com

Ηχογράφηση από τη Μαρία Σακαρίκου:

Κι όμως, μπορεί να μην τη γνωρίζατε αλλά αυτή είναι από τις πιο ένδοξες στιγμές στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης. Ο Κωστής Παλαμάς, σε ένα από τα πιο εμβληματικά του ποιήματα, τη Φοινικιά συναντιέται με τον Πλάτωνα. Διαβάζοντας κανείς το ποίημα, θα παρατηρήσει ευθύς αμέσως κάτι μοναδικό και συγχρόνως παράδοξο. Εκεί που δυο ψυχές συναντήθηκαν αλληγορικά και αλληλοσχετίστηκαν πλατωνικά, εκεί θα μεταβούμε κι εμείς νοητά. Μια στιγμή κι ένα ποίημα άξια σχολιασμού και περαιτέρω ανάλυσης. Δύο φιλοσοφίες, δύο κοσμοθεωρίες, του Πλάτωνα και του Παλαμά, παραλληλίζονται σε έναν ανορθόδοξο υπαρξιακό διάλογο, δανειζόμενες από το ρεύμα του συμβολισμού.

Μια βαθύτερη ματιά του ποιήματος αποκαλύπτει τη μελαγχολία του Παλαμά

Το βαθύτατα υποστασιακό αυτό ποίημα του Κωστή Παλαμά διέπεται από πληθώρα συμβολιστικών εικόνων, εκ των οποίων πρωταγωνιστούν δύο, η Φοινικιά και τα μπλε λουλουδάκια, τα οποία ζουν κάτω από τον ίσκιο της. Στα τελευταία, για τα οποία και θα γίνει λόγος παρακάτω, ο ποιητής δίνει μιλιά, ώστε να αποτυπωθούν από μέρους τους οι λεπτές διακυμάνσεις ενός υπαρξιακού μονολόγου. Κατάφωρο είναι ότι η λέξη «λουλουδάκια» απογειώνεται στο σύμβολο των λογίων ανθρώπων, των ποιητών, χωρίς να κόβει ολοκληρωτικά τον ομφάλιο λώρο της με τη σημασία που έχει στην καθημερινή της χρήση, καθ’ όσον τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά παριστάνει το θνητό και φθαρτό στοιχείο.

Ο παραλληλισμός της πλατωνικής ύψιστης Ιδέας με την Φοινικιά

Οι ευαίσθητες αυτές ψυχές είναι προικισμένες με τη δύναμη του στοχασμού και πάσχουν από την ακατάπαυστη επιθυμία για απόκτηση της υπέρτατης γνώσης. Η γνώση αυτή – που στο ποίημα συμβολίζεται από τη Φοινικιά – τους φέρνει αντιμέτωπους με την παντοδυναμία της Ιδέας και οι ίδιοι καταλήγουν να αναμετρούνται με την αθανασία και το θεϊκό στοιχείο σε ένα παιχνίδι με προκαθορισμένο, φυσικά, τέλος. Μοιραία, οι ποιητές θα χαθούν και κανείς δεν θα θρηνήσει για αυτούς («και δεν θα κλάψει… νιώσει»). Όμως, ο καημός τους δεν έγκειται αποκλειστικά στη θνησιμότητά τους αλλά εκτείνεται και στον πόνο που τους προκαλεί το έμφυτο χάρισμά τους.

Η αποκάλυψη των συναισθημάτων του ποιητή

Το πνευματικό έργο που παράγουν λόγιοι άνθρωποι σαν του Παλαμά, αν και θαυμαστό από ολόκληρο τον κόσμο, για τους ίδιους είναι ένα βαρύ πλήγμα. Λογικό κι επόμενο, στο μυαλό του ίδιου και της κοινότητας στην οποία εντάσσεται κυριαρχεί σύγχυση, ένας αιώνιος λαβύρινθος χωρίς έξοδο και σαφή μονοπάτια. Όταν η φύση τους χάρισε την μοναδική ικανότητα να βλέπουν και να κατανοούν όσα δεν μπορούν οι πολλοί και να σκέφτονται με τρόπο ιδιαίτερο, τους παγίδεψε στην κόλαση του μυαλού τους. Έτσι, κάθε θεωρούμενη αξιόλογη εργασία από την πλευρά τους είναι αποτέλεσμα υπερβολικής οδύνης. Οι ποιητές – και οι λόγιοι εν γένει – έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με την γνωστική τους ικανότητα και ζουν κάτω από την επήρεια του ένδοξου μυαλού τους. Στέκουν ανήμποροι μπροστά στη μοίρα των θνητών έχοντας, όμως, πλήρη επίγνωση της επικείμενης φθοράς τους και της κτηνώδους πραγματικότητας.

Η οδύνη των ποιητών

Γνωρίζοντας ότι η ύπαρξή τους είναι αναλώσιμη και ότι ο επικείμενος χαμός πλησιάζει απειλητικά αισθάνονται ανήμποροι. Και εκεί ακριβώς έγκειται η μεγαλύτερη τιμωρία τους. Δηλαδή, ό,τι αγνοούν οι περισσότεροι θνητοί, εκείνοι το γνωρίζουν λεπτομερώς και συνειδητά. Αυτοί οι άνθρωποι του στοχασμού, που σπαράζουν μέσα στα σκοτάδια της ψυχής τους, φθονούν για μια κανονική ζωή σαν εκείνη όλων των υπόλοιπων όντων. Έστω και σαν μια ζωή που να μοιάζει με το θεϊκό στοιχείο, της Φοινικιάς, που στέκει αθάνατη. Όταν, όμως, οι ποιητές βλέπουν στον ορίζοντα ό,τι ποθούν περισσότερο, τι γίνεται; Η Φοινικιά να στέκει αναλλοίωτη και οι ίδιοι να θρηνούν για την αλλοίωση; Βλέπουν την αιωνιότητα μπροστά τους. Κι εκείνη δεν τρομάζει, δεν ντρέπεται. Στέκει εκεί άφθαρτη, απαλλαγμένη από τις ανθρώπινες αδυναμίες και τα ψεγάδια («απάντρευτη…ωραία») και τους προκαλεί…

Πλάτωνας και Παλαμάς συναντιούνται σε έναν υπαρξιακό διάλογο

Έτσι, όμως, ολοκληρώνεται ο μονόλογος. Κάπως ανορθόδοξα θα λέγαμε και με εμάς να αναρωτιόμαστε και να ζητάμε εξηγήσεις. Με μια λυρική κατάφαση και έναν τόνο αποδοχής σχετικά με τη λήθη που θα επέλθει. Συγχρόνως, συνειδητοποιούν την αντικατάστασή τους από τη νέα γενιά («θ’ αναστηθεί… άλλη», «με νέα… στολίσει»). Αναμφίβολα, το ποίημα αφηγείται μια και μόνο οδυνηρή πραγματικότητα: την άπαξ παρουσία του κάθε λόγιου εν γένει και στην προκειμένη περίπτωση, αν εξεταστεί ειδικά, του ίδιου του ποιητή, του Κωστή Παλαμά, οι ανησυχίες του οποίου μεταδίδονται μέσω των λουλουδιών. Έτσι, Πλάτωνας και Παλαμάς συναντιούνται σε αυτόν τον υπαρξιακό διάλογο, αλληλοσχετίζονται και φιλοσοφούν για τη ζωή, το θάνατο, τα φθαρτά και τα αναλλοίωτα.

Λίγες ταπεινές σκέψεις

Παρατηρώντας και εγώ με τη σειρά μου, τον πόνο που εκφράζει ο ποιητής για τον επερχόμενο χαμό του θέλω όσο πιο ταπεινά μπορώ να σας ζητήσω μια χάρη, αγαπητοί μου αναγνώστες. Ο Κωστής Παλαμάς, πέθανε συνειδητά, ξέροντας χρόνια πριν τι εστί θάνατος. Κι όμως, είχε αυτή την πικρία μέσα του. Την πικρία των λογίων που γνωρίζουν πόσο φθαρτοί είναι οι θνητοί. Ας κάνουμε, λοιπόν, αυτό το ποίημα του άφθαρτο στον χρόνο. Σας προσκαλώ να τον τιμήσουμε διαβάζοντάς το, αυτό και τις κριτικές αναλύσεις γύρω από αυτό. Να χαραχτούν μέσα μας τα νοήματα της Φοινικιάς και να αφουγκραστούμε τις ψυχές όλων εκείνων που μετουσίωσαν τις υπαρξιακές ανησυχίες τους σε μεγαλειώδη έργα. Ας μην αφήσουμε την ποίηση να πεθάνει στο βωμό της τεχνολογίας και του ψηφιακού κόσμου, τώρα που την χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ. Μια ταπεινή υπόκλιση και ένα μεγάλο ευχαριστώ στην παντοδυναμία της τέχνης.


Πηγή:


Παρόμοια Άρθρα:

Ακολουθήστε μας στις σελίδες μας FacebookInstagram και Spotify για περισσότερη έμπνευση.