Exclusive Content:

Καραγατσιάδα: «Μα είναι κάτι πιο βαθύ αυτό που μας λερώνει»

«Όλα τα πάντα, λέει, σε τούτο τον κόσμο είναι χίμαιρα» Μ. Καραγάτσης, Μεγάλη Χίμαιρα

Και ενώ η Καραγατσιάδα -ως ευστόχως πλέον αποκαλείται η διαδικτυακή διαμάχη για το μυθιστόρημα του Καραγάτση υπό τον τίτλο Μεγάλη Χίμαιρα– συνεχίζει να μαίνεται σαν επική ιλαροτραγωδία δίχως αυλαία, και ενώ ο “βιβλιοφιλικός”, “φιλαναγνωστικός” αλγόριθμος της Google εμμένει να προτείνει καθημερινώς νεογραφθέντα άρθρα επί του θέματος, εύλογα ερωτήματα ανακύπτουν:  Μένει κάτι άλλο να γραφτεί ή να ειπωθεί; Και αλήθεια, ποιους και πόσους αφορά όλο τούτο το θερινό πανηγυράκι; 

Η πρώτη μου επαφή με το έργο του Καραγάτση, και συγκεκριμένα με το μήλο της έριδος, έγινε προ τετραετίας όταν, σκαλίζοντας την γονεϊκή βιβλιοθήκη, ανακάλυψα την Μεγάλη Χίμαιρα κι αποφάσισα να την διαβάσω με σκοπό να γνωρίσω ένα από τα πιο πολυακουσμένα και δημοφιλή ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας. Η ολοκλήρωση της ανάγνωσης απεδείχθη, σχεδόν, μαρτυρική καθώς ένα γενικευμένο και αόριστο αίσθημα δυσθυμίας με κατέκλυζε κάθε που έπιανα το βιβλίο στα χέρια με σκοπό να το ολοκληρώσω. Όταν επιτέλους αυτό συνέβη, έμεινα να απορώ γιατί ξόδεψα τόσες ώρες ανάγνωσης σε αυτόν τον συγγραφέα και κυρίως έμεινα να απορώ γιατί ο Καραγάτσης θεωρείται (αλήθεια από ποιους και γιατί;) τόσο σπουδαίος συγγραφέας. Δεν είναι μονάχα η θέση που επιφυλάσσεται στην γυναίκα στο μυθιστόρημα. Δεν είναι μήτε και ο ακραία έμφυλος διαχωρισμός, μήτε και ο μισογυνισμός (κάτι που σε πολλά έργα της εποχής δεν έλειπε και πλέον δεν προξενεί και ιδιαίτερη εντύπωση). Είναι ζήτημα δομής του μύθου· ζήτημα γλώσσας, προβλεψιμότητας και, εν τέλει, ιλαρότητας, διότι ο Καραγάτσης ήταν ο Παπακαλιάτης πριν τον Παπακαλιάτη (μην λησμονούμε πως σχεδόν το σύνολο των μυθιστορημάτων του έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση με εξαιρετική επιτυχία), και το έργο του προϊόν δημιουργικής γραφής πριν τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής. Υπ’ αυτήν την έννοια, ήταν -το δίχως αλλο- πρωτοπόρος. Με εξαίρεση μονάχα την ευφυή σκηνή του νεκροταφείου προς το τέλος του βιβλίου, η Μεγάλη Χίμαιρα είναι ιδιαιτέρως ελληνοκεντρική, βρίθει αχρείαστης -έως και κωμικής- αρχαιολατρίας, ενώ η πρωταγωνίστρια αν και γυναίκα σκιαγραφείται μέσα από μία άκρως ανδροκεντρική ματιά στερούμενη την ιδιοσυγκρασιακή της φωνή (πραγματικά απορώ με όσους υποστηρίζουν πως ο Καραγάτσης εισδύει στην γυναικεία ψυχοσύνθεση· εικάζω πως όσοι γράφουν κάτι ανάλογο μάλλον δεν έχουν καταφέρει ούτε εκείνοι να εισδύσουν ποτέ στην θηλυκή ιδιοσυγκρασία)· είναι μονάχα ένας αντίλαλος, μία ηχώ του συζύγου της, του Έλληνα ναυτικού, του Έλληνα τούτου Θεού, που εμφανίστηκε εμπρός της να την λυτρώσει από την βασανισμένη ανοργασμική ζωή της· μία λύτρωση που κανένας συμπατριώτης της Γάλλος δεν κατάφερε να της προσφέρει. 

«Εσύ είσαι η άγνωστη, που την άρπαξα από τ’ ακρογιάλι της μακρινής πατρίδας και την έκανα σκλάβα μου. Εσύ, δεν έχεις λόγο να μου δώσης. Εσένα, η παλιά ζωή σου δεν υπάρχει πια. Ζωή σου τώρα είναι η ζωή μου».

Και παρακάτω η Μαρίνα, σαν να μην είναι βέβαια η Μαρίνα, ένας ξεχωριστός χαρακτήρας, με διαφορετικό τρόπο ομιλίας από τον Γιάννη, μα ο ίδιος ο Γιάννης: 

«Σ’ αγαπώ. Είσαι ο θεός, που ήμουν νεκρή και μ’ ανέστησε. Ζω γιατί εσύ το θέλεις. Θα ζω μονάχα όσο εσύ το θέλεις»

Και όσο η περιγραφή του ειδυλλίου της ανέραστης Γαλλίδος με τον Έλληνα Θεό φαλλοφόρο συνεχίζεται τόσο πιο ιλαρή καθίσταται: 

«Ήσουν ένας Τρίτωνας, κεντρισμένος από οχεία τυραννική. Το δέρμα σου ευώδιαζε αρμύρα αχιβάδας και ιώδιο του φυκιού. Το κορμί σου ήταν σκληρό και χρυσό, σαν τους βράχους των νησιών της πατρίδας του. Είχες μαζέψει στα σπλάχνα σου όλο αυτό τον καυτερό ήλιο. Και τον έχυσες στα σπλάχνα μου· και ζωντάνεψες τα νεκρωμένα σπλάχνα μου…» 

«Έτσι προστάζει η φύση για τη γυναίκα· να ρυθμίζει τη βιοθεωρία της ανάλογα με τις εκκρίσεις των ωοθηκών της, που είναι παθητικά υποταγμένες στην κυριαρχία της συγκεκριμένης τεστοστερόνης που τις ερεθίζει»

«Έξαφνα ο θεός είδε, μέσα στο παχύ χορτάρι του ισόπεδου κάμπου, μια γυναίκα. Μια κοπέλα ξανθή, με κάτασπρο δροσερό κορμί και μάτια καταγάλανα, που ατένιζαν τα χαμηλά αργοκίνητα σύννεφα τ’ ουρανού. Κι ήταν τόσο αλλιώτικα όμορφη, που ο Έλληνας θεός αποφάσισε, γυρνώντας στη φωτεινή του πατρίδα, να την πάρει μαζί του.

—Έλα μαζί μου, όμορφη κόρη — της είπε. Έλα στην Ελλάδα…

[…]

Ήταν θεός Έλληνας, γιος του Δία του λαμπρού, που είναι ο θεός των θεών του λαού των λαών».

Ανδροκεντρική, και σε πλείστα σημεία ιλαρή, προσέγγιση ως προς την γυναικεία σεξουαλικότητα είχε και ο αείμνηστος Ανδρέας Εμπειρίκος στον Μέγα Ανατολικό, αλλά εκεί σε κεδρίζει η γλώσσα ως σκευή μορφής και περιεχομένου ταυτοχρόνως. Αντιθέτως, ο Καραγάτσης δεν διαθέτει μήτε κι αυτό σαν η γλώσσα του δεν έχει τίποτε ιδιαίτερο να εισφέρει στην νεοελληνική λογοτεχνία· δεν είναι Σκαρίμπας, Εμπειρίκος ή Παπαδιαμάντης. Δεν είναι καν Ψυχάρης ή Καζαντζάκης. 

Ως προς την δομή του μύθου, καθόλα συνηθισμένος κι εκεί με το κουαρτέτο ύβρις, άτις, νέμεσις και τίσις να καθιστά το grande finale προβλέψιμο από τα μισά του αναγνώσματος. 

Η εικόνα της γυναίκας στο έργο του Καραγάτση, δεν είναι εκείνη της Παναγίας, της Παρθένου Μαρίας, μα εκείνη που εντέχνως φρόντισε να ποινικοποιήσει κάθε εξουσία και πρώτη από όλες η θρησκευτική. Και όσο κι αν στον Πραματευτή του Γρυπάρη ή στην Νοσταλγό του Παπαδιαμάντη, συναντάμε την εικόνα της πλανεύτρας, δεν μπορούμε να κακιώσουμε σαν η λογοτεχνική τους αξία μα και ο τρόπος που διαρθρώνεται ο μύθος απέχει παρασάγγας από τον τρόπο του Καραγάτση. Στην Μεγάλη Χίμαιρα η γυναίκα είναι η πονηρή, φιλήδονη και έκπτωτη Εύα που κέρασε το μήλο στον αθώο Αδάμ καταδικάζοντάς τον στο προπατορικό αμάρτημα. Είναι η Λίλιθ, η μάγισσα, η νύμφη που αποπλανεί, καταστρέφει και καταστρέφεται τιμωρούμενη για την ακολασία της. Ξυλοκοπούμενη και τιμωρούμενη μέχρι και με θάνατο.

«… πηγαίνει στον Παρθενώνα να προσκυνήσει τους θεούς που της επέβαλε η μοίρα και η νοημοσύνη. Είναι όμορφη – και το ξέρει. Παράξενα και ξωτικά όμορφη για τους Αθηναίους, που ξαπλωμένοι στα μαρμάρινα σκαλιά σταμάτησαν την πολιτική τους συζήτηση, για να την καμαρώσουν. Εκείνη, σαν γυναίκα πονηρή, καμώνεται πως δεν βλέπει το θαυμασμό στα μάτια των αντρών. Σιγανεβαίνει τα σκαλοπάτια πολύ αξιόπρεπα, με τα βλέφαρα τάχα σεμνά χαμηλωμένα»

Ενώ μία άγρια σκηνή ξυλοδαρμού της Μαρίνας έχει ως εξής:

«Κι όταν ένιωσε πως αυτός και το μίσος γίνηκαν ένα, τότε της είπε με μια φωνή πνιχτή:

— Πουτάνα!

Την άρπαξε απ’ τον ώμο, την έσπρωξε στην άλλη άκρη της κουζίνας, έκλεισε την πόρτα και στάθηκε. Εκείνη κρατήθηκε από το τραπέζι να μην πέσει, τόσο δυνατά την είχε σπρώξει. Δεν μίλησε. Δέχτηκε τη βρισιά ατάραχη. Και πάλι στεκόταν ντούρα, προκλητική, περιμένοντας. Μ’ ένα πήδημα χίμηξε απάνω της και άρχισε να τη χτυπάει στο κεφάλι, στο πρόσωπο, στο στήθος, στη ράχη. Το μίσος έδωσε δύναμη υπεράνθρωπη στα χέρια του. Χτυπούσε, χτυπούσε, χτυπούσε. Τα χτυπήματα ηχούσαν υπόκωφα, μουγκά στο ηχείο του κορμιού της. Τα δεχόταν δίχως μια φωνή, χωρίς την παραμικρή αντίδραση. Είχε κλείσει τα μάτια, είχε μισανοίξει τα χείλη. Στη μορφή της είχε χυθεί η ύπουλη εκείνη έκφραση, που κυμαίνεται ανάμεσα σε οδύνη κι ηδονή. Ένα πιο δυνατό χτύπημα στο μηλίγγι τη ζάλισε. Λύγισαν τα πόδια της, έπεσε γονατιστή.

Σταμάτησε να την χτυπάει· την κοίταζε κι ανάσαινε βαριά. Τότε εκείνη, καθώς ήταν γονατιστή, του αγκάλιασε σφιχτά τα γόνατα, ακούμπησε το κεφάλι της στα μεριά του και χαϊδεύτηκε  σα γάτα.

Τώρα ξέρω πως μ’ αγαπάς, μουρμούρισε»

Εδώ η χρήση βίας και η υποταγή ταυτίζεται με την ηδονή και ακόμη πιο εξωφρενικά ταυτίζεται με την αγάπη. Κανένα πρόβλημα εάν διαβάζαμε ερωτική σαζομαζοχιστική λογοτεχνία μα εάν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος ο Καραγάτσης δεν εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα ως ο Έλληνας Μαρκήσιος ντε Σαντ. Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει στην ανάγνωση της ως άνω σκηνής: ποια γυναίκα, ποιος άνδρας, ποιος άνθρωπος, θα ξυλοκοπηθεί με τέτοια βαναυσότητα, ως περιγράφει ο συγγραφέας, και έπειτα θα χαϊδεύεται στα πόδια του βασανιστή σαν γάτα, ως χαρακτηριστικά αναφέρει; Να ενημερώσουμε εδώ πως και μία γάτα να κλωτσούσε (όχι να την έδερνε με τέτοια βιαιότητα όπως περιγράφεται) δεν θα ερχόταν να χαϊδευτεί στο πόδι που την κλώτσησε. Θα φοβόταν. Θα κρυβόταν. 

Ποιοι δικαιούνται να ομιλούν;

Τόνοι μελάνης χύθηκαν και πολλοί μεγαλοσχήμονες και μη του λογοτεχνικού κατεστημένου έσπευσαν να λάβουν θέση είτε υπερασπιζόμενοι την θέση της κυρίας Λούνα είτε επιτιθέμενοι σε αυτήν. Και εδώ ακριβώς έγκειται η τραγική παραδοξότητα: δεν επιτέθηκαν στην κριτική της, στο κείμενό της (όπως έκανε η ίδια ασκώντας κριτική υπό το πρίσμα του φεμινισμού στο κείμενο του συγγραφέως) μα στην ίδια. Φράσεις και προσφωνήσεις όπως: «η νεαρά επίδοξη πεζογράφος», «κάποια όχι και τόσο γνωστή λογοτέχνις», «μια κάποια Ρένα Λούνα», αποκαλύπτουν με τον εκκωφαντικότερο τρόπο πως δεν ενόχλησε τόσο το τι ελέχθη, μα το από ποιον -και εν προκειμένω ποια- ελέχθη. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί είχαν καταφανώς στόχο το φύλο, το νεαρό της ηλικίας και την νεοαποκτηθείσα ιδιότητα της συγγραφέως, η οποία ως μη εγνωσμένη στον χώρο της διανόησης δεν δικαιούται να μιλά. Και ακόμη περισσότερο το -εν πολλοίς και κατ’ ελάχιστον- λογοτεχνικό ιερατείο την στέλνει στην πυρά ακριβώς επειδή είναι νεαρά, γυναίκα και επειδή η στήλη στην οποία δημοσίευσε το άρθρο της είχε τον τίτλο weekly feminism. Και κάτω από όλες αυτές τις ευγενικές μεν, ειρωνικές δε τοποθετήσεις περί του νεαρού της ηλικίας της αρθρογράφου, άλλο δεν υφέρπει παρά η οίηση ενός χώρου που ζει και αναπαράγεται για τον εαυτόν του, θεωρώντας πως κατέχει την λυδία λίθο της λογοτεχνικής κριτικής, του πνεύματος και της διανόησης. Ή με τα λόγια ενός αιρετικού μα ακατέργαστου διανοούμενου, του Νίκου Βέλμου: «Καλύτερα, πολύ καλύτερα, ν’ ανήκει κανείς στον κύκλο των αποπατοκαθαριστών, παρά στον καλλιτεχνικό και λογογραφικό κύκλο των Ελλήνων. Εκείνα που λέει κι εκείνα που κάνει δεν λέγονται. Ό,τι κακό κι αν πει κανείς γι’ αυτόν, είναι λίγο. Όσο σκληρά κι αν του φερθεί, έχει δίκιο. Κύκλος που ζει για την εντύπωση, με ιδανικό του το χρήμα, που περιφρονεί τον αφανή και θαυμάζει τον τραπεζίτη, κύκλος που ’χει πάντοτε για γνώμη του τη γνώμη του άλλου, που μεταμελείται μέχρι θανάτου για τα έργα του, κύκλος που όλα τα πουλεί, όλα τα συμβιβάζει, μα και όλα τα εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του.[…]». 

Λογοκρισία, Κουλτούρα της Ακύρωσης & Λογοτεχνική Κριτική

Και εδώ ακριβώς ανακύπτουν τα εξής ερωτήματα: Πρέπει να ταυτίζονται τα έργα με τον δημιουργό τους; Πρέπει ένα έργο με ακραίο λόγο ή απόψεις να λογοκρίνεται ή να πάψει να διαβάζεται; Πρέπει ένα έργο γραμμένο μία εποχή με αναχρονιστικές αντιλήψεις για το σήμερα να υφίσταται μία κριτική με τα σημερινά δεδομένα; 

Το κείμενο και το έργο τέχνης εν γένει, δεοντολογικώς, δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον δημιουργό του, καθώς το έργο στην αριστοτελική του εντελέχεια αυτονομείται και αποτελεί πλέον αυθύπαρκτη οντότητα· μία οντότητα που έρχεται σε επαφή με τους άλλους -καθως το έργο αποτελεί ένα είδος κοινωνίας- και μετουσιώνεται. Εν προκειμένω, δεν κρίνεται ο Καραγάτσης ως άνθρωπος μα η λογοτεχνική αξία και η αρτιότητα του έργου του. Και ίσως αυτό και μόνο να ταράζει τους ελληνικούς λογοτεχνικούς κύκλους, οι οποίοι διόλου συνηθισμένοι είναι σε ενυπόγραφες κακές -ή έστω ενοχλητικές- κριτικές παρά σε γλυκανάλατα εγκωμιαστικά book reviews, προωθητικά κυρίως των (επαν)εκδόσεων. Ναι, δεν υπάρχουν κείμενα και έργα τέχνης υπεράνω αμφισβήτησης και κριτικής, μήτε ιερά ανέγγιχτα τέρατα του πνεύματος. Όποιος και όποια δημοσιολογεί, δημοσιογραφεί ή δημοσιοποιεί το έργο του/της, κρίνεται για τα όσα λέει, γράφει ή εκθέτει στην δημοσιότητα. Έτσι, και στο έργο του Καραγάτση και του όποιου Καραγάτση μπορεί να ασκηθεί κριτική με αναλυτικά εργαλεία από την εργαλειοθήκη της φεμινιστικής θεωρίας ή της μαρξιστικής ή όποιας άλλης θεωρητικής εργαλειοθήκης προσφέρει τα επιχειρήματα για μία εύστοχη και αξιόλογη κριτική που είτε αναδεικνύει είτε αποδομεί το έργο. Αυτό δεν σημαίνει, κατ’ ουδένα τρόπο, πως το έργο -όσο ακραίο ή μισαλλόδοξο λόγο και εάν περιέχει- πρέπει να λογοκριθεί ή να πάψει να διαβάζεται. Αντιθέτως, τα κείμενα πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα, ούτως ώστε να διανοίγεται πεδίο δόξης λαμπρό για κριτική, συγκρίσεις, διαφωνίες, συμφωνίες, συγκλίσεις, αποκλίσεις και, κυρίως, γόνιμο διάλογο επί του έργου. Ό,τι δηλαδή δεν συνέβη σε τούτη την περίπτωση -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. 

Και αλήθεια σε ποιο πλαίσιο μπορεί ένα κείμενο να κρίνεται; Πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη το ιστορικό και πολιτιστικό συγκείμενο σε μία κριτική; Είναι κάθε έργο προϊόν της εποχής που το γέννησε; Αναντίρρητα, κάθε κείμενο μας μεταφέρει το κοινωνικό, ηθικό, πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο εντός του οποίου γεννήθηκε. Και τι γίνεται με τα αιρετικά κείμενα που λοξοδρομούν από τις νόρμες της εποχής; Γιατί χρόνια πριν γράψει ο Καραγάτσης την Μεγάλη Χίμαιρα, ο Νικόλαος Κονεμένος έγραφε στο δοκίμιό του υπό τον τίτλο «Η Οικογένεια», το 1876: «Αν τον κόσμο τον κυβερνούσαν οι γυναίκες, ο κόσμος θα εκυβερνιότουν πολύ πλέον δίκαια, πολύ πλέον φιλάνθρωπα και πολύ πλέον σύμφωνα με την φύσιν παρ’ ό,τι τώρα που τον κυβερνούν οι άντρες…

Της δύστυχης της γυναικός εμείς οι άρπαγες και οι σκληροί της επήραμε ό,τι κι αν είχε της επήραμε περιουσία και ελευθερία εμείς της επεριορίσαμε την ενέργεια των αισθημάτων της, που είναι ο πλέον πολύτιμος θησαυρός της εμείς την εκάμαμε να ακούσει όλο το βάρος του συχαντερού ζυγού μας εμείς την εφονέψαμε έχομε τον εγωισμό και την αναισθησία να πιστεύομε, πως μία τέτοια κατάσταση την ζητάει η φύσις η γυναίκα δεν γνωρίζει την αιτία που βρίσκεται σήμερα σε αυτή την κατάσταση, αλλ’ όμως το άδικο που της γένεται το αισθάνεται… Ω γυναίκα! η τύχη η δική σου είναι η τύχη όλης της ανθρωπότητας. Ο άντρας έπρεπε να είναι δούλος σου, και ο άντρας σε κυριεύει. Αλλά τι να κάμομε, δύστυχη; ή που να πάμε;». Συστοίχως, ο ομότεχνός του Καραγάτση, Αργύρης Εφταλιώτης παρουσιάζει στα διηγήματά του υπό τον τίτλο Νησιωτικές Ιστορίες (γραμμένα το 1894), πιο ελεύθερες γυναικείες φιγούρες. Ομοίως, μία εποχή κατά την οποία τα δικαιώματα των ζώων θεωρούνταν αδιανόητα, ο Μιχαήλ Μητσάκης έγραφε το 1893, τα διηγήματα: Αρκούδα, Το Γατί,  Το Κάρρο των Αιμάτων, ενώ διηγήματα με ιδιαίτερα φιλοζωικό προσανατολισμό είχαν γράψει και οι Ζαχαρίας Παπαντωνίου και Δημοσθένης Βουτυράς. Και πηγαίνοντας πολύ πιο πίσω, ο Πλάτων πρώτος στην ιδεατή του Πολιτεία, ως Φύλακες ορίζει, ισάξια, άνδρες και γυναίκες. Συνεπώς, ένα κείμενο δεν καθαγιάζεται υπό το πρίσμα της ιστορικότητας, παρ’ όλο που η τελευταία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κυρίως ως πηγή άντλησης πληροφοριών για την χρονική περίοδο στην οποία γράφτηκε. Και τούτο διότι την ίδια περίοδο υπήρξαν φωνές -και πάντα θα υπάρχουν φωνές- που εξετράπησαν του ορθόδρομου κυρίαρχου λόγου, που οραματίστηκαν έναν άλλον δρόμο, έναν άλλον τρόπο και τον εξέθεσαν στο έργο τους, αδιαφορώντας εάν θα αποτελέσουν εξαίρεση και εάν δεν θα καρπωθούν τα οφέλη της εισόδου στο κυρίαρχο ρεύμα. 

«Μα είναι κάτι πιο βαθύ αυτό που μας λερώνει»   

       

«Οι άνθρωποι απαιτούν την ελευθερία του λόγου ως αποζημίωση για την ελευθερία της σκέψης που σπάνια χρησιμοποιούν», Søren Kierkegaard

Και μετά τους τόνους ψηφιακής μελάνης που χύθηκαν τι αλήθεια μένει; Τούτη η ολίγον κωμική διαμάχη που γεννήθηκε και ανδρώθηκε στα ψηφιακά καφενεία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, άλλο δεν απέδειξε παρά για μία ακόμη φορά την διαπλαστική ικανότητα του μέσου στον άνθρωπο. Τι θα είχε συμβεί εάν κάτι ανάλογο είχε λάβει χώρα την προ διαδικτύου εποχή; Εάν η κυρία Λούνα είχε δημοσιεύσει το άρθρο της σε κάποια εφημερίδα ή λογοτεχνικό περιοδικό σε έντυπη μορφή; Σαφώς, το αναγνωστικό της κοινό θα ήταν πολύ μικρότερο: οι συστηματικοί αναγνώστες εφημερίδας ή οι συνδρομητές κάποιου περιοδικού. Τούτοι, λοιπόν, θα διάβαζαν το άρθρο της. Κάποιοι εξ αυτών θα συμφωνούσαν και κάποιοι θα διαφωνούσαν. Δύο -το πολύ τρεις- από τους τελευταίους, πιθανώς οι έχοντες ελεύθερο χρόνο, περισσή όρεξη ή κάποιο όνομα που θα τους εξασφάλιζε την δημοσίευση, θα έστελναν επιστολή προς το έντυπο μέσο διατυπώνοντας την διαφωνία τους. Συστοίχως, το έντυπο μέσο θα επέλεγε να δημοσιεύσει μία εξ αυτών των επιστολών. Και That’s all folks! Κανένας Καραγατσικός πόλεμος δεν θα ξέσπαγε. Αυτή ακριβώς η αντίφαση εμφιλοχωρεί στα σύγχρονα ψηφιακά μέσα: ενώ το διαδίκτυο εκδημοκράτισε την δημόσια σφαίρα προσφέροντας λόγο σε φωνές που αλλιώς δεν θα είχαν την δυνατότητα να ακουστούν, την ίδια στιγμή αποτέλεσε πεδίο αχρείαστων οχλήσεων και ανώνυμης ανθρωποφαγίας, δίνοντας παράλληλα μεγάλη διάσταση σε θέματα επουσιώδη. Και κάπως έτσι, πλέον, εάν τολμήσεις να δηλώσεις σκεπτικισμό ως προς τον υποχρεωτικό εμβολιασμό (για να θυμηθούμε άλλη μία περίοδο εμφυλίου) είσαι ψεκασμένος, εάν δηλώσεις σκεπτικισμό ως προς την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια είσαι ομοφοβικός, εάν επισημάνεις τον πρόδηλο μισογυνισμό, την φαιδρότητα και την λογοτεχνική ανεπάρκεια της Μεγάλης Χίμαιρας, είσαι εξαίφνης οπαδός του κινήματος της αφύπνισης και της κουλτούρας της ακύρωσης. Γιατί, πράγματι, είναι πολύ εύκολο να φοράμε ταμπέλα κι όνομα σε όσους δεν γνωρίζουμε, βοηθά στην αναγνώριση -έστω κι εσφαλμένη- και στην ταξινόμηση του άλλου. Ο ευέλικτος και ευρύχωρος χώρος της κριτικής σκέψης και του γόνιμου προβληματισμού, ανέκαθεν τάραζε τα λιμνάζοντα ύδατα. Θα είναι πάντα κάτι πιο βαθύ αυτό που μας λερώνει· τούτος ο αρχέγονος φόβος για το άγνωστο, το ξένο, για αυτό που εκτρέπει του ορθόδρομου, για αυτό που σείει τις υπάρχουσες, καθεστηκυίες δομές. Αναρωτιέμαι, όμως, εάν είναι τόσο βέβαιοι περί της κλασικής και αδιαμφισβήτητης αξίας του Καραγατσικού έργου, όσοι έσπευσαν με νύχια και με δόντια να το υπερασπιστούν -η αξία κάθε έργου άλλωστε αποδεικνύεται στο πέρας του χρόνου και η Μεγάλη Χίμαιρα δεν έχει κλείσει ούτε αιώνα- τι έχουν να φοβηθούν και θορυβούνται τόσο από την εκφορά της άποψης μιας «νεαράς επίδοξης πεζογράφου»;

Η αρθρογράφος διατηρεί και το προσωπικό της blog: https://medium.com/@nyktairodyteira

Latest

Gentrification: Μήπως η «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού παραβάρυνε;

«Σε κάθε σπίτι υπάρχει μια άγνωστη μυστική σκάλα, που...

Έκθεση: «Πώς τα περάσατε το καλοκαίρι;»

Θυμάστε αυτήν την κλισέ έκθεση που γράφαμε την πρώτη...

Η Πίτσα Παπαδοπούλου καλεσμένη της Γιώτας Τσιμπρικίδου στο #132 ARTPODCAST

Η Κυρία του ελληνικού τραγουδιού, η Πίτσα Παπαδοπούλου, καλεσμένη...

Newsletter

spot_img

Don't miss

Gentrification: Μήπως η «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού παραβάρυνε;

«Σε κάθε σπίτι υπάρχει μια άγνωστη μυστική σκάλα, που...

Έκθεση: «Πώς τα περάσατε το καλοκαίρι;»

Θυμάστε αυτήν την κλισέ έκθεση που γράφαμε την πρώτη...

Η Πίτσα Παπαδοπούλου καλεσμένη της Γιώτας Τσιμπρικίδου στο #132 ARTPODCAST

Η Κυρία του ελληνικού τραγουδιού, η Πίτσα Παπαδοπούλου, καλεσμένη...

Καινούργια σπίτια, καινούργιες σελίδες, καινούργιες ζωές

Αγαπημένοι μου φίλοι γεια σας. Τρίτη σήμερα για μένα...

Gentrification: Μήπως η «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού παραβάρυνε;

«Σε κάθε σπίτι υπάρχει μια άγνωστη μυστική σκάλα, που θα σε πήγαινε, ίσως, μακριά. Αλλά τη βρίσκεις, όταν δεν έχεις πια σπίτι» Τάσος Λειβαδίτης, «Η Σκάλα» Η...

Αφιέρωμα στη Μάττι Έγκον Ξύλα: Μια Ζωή αφιερωμένη στα Γράμματα και στις Τέχνες

Η Μάττι Έγκον Ξύλα (1935-2020) ήταν μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής διασποράς, αφιερώνοντας τη ζωή της στην προώθηση των γραμμάτων, των...

Έκθεση: «Πώς τα περάσατε το καλοκαίρι;»

Θυμάστε αυτήν την κλισέ έκθεση που γράφαμε την πρώτη μέρα που επιστρέφαμε στο σχολείο; Ή αν δεν γράφαμε έκθεση, η δασκάλα μας ξεκινούσε να μας...