Υπάρχουν παπούτσια που ολοκληρώνουν ένα look και υπάρχουν παπούτσια που το δημιουργούν από την αρχή. Παπούτσια που δεν λειτουργούν ως απλό αξεσουάρ, αλλά ως μικρά γλυπτά, ως αντικείμενα επιθυμίας, ως μια ιδέα που φοριέται. Κάπου ανάμεσα στη μόδα, την τέχνη και την τεχνική τελειότητα βρίσκεται το έργο του André Perugia, ενός από τους πιο τολμηρούς και ευρηματικούς δημιουργούς υποδημάτων του 20ού αιώνα. Ένας σχεδιαστής που δεν αντιμετώπισε ποτέ το παπούτσι ως κάτι που απλώς πρέπει να «ντύσει» το πόδι, αλλά ως έναν χώρο ελευθερίας όπου μπορούσαν να συναντηθούν η αρχιτεκτονική, η μηχανική, το θέατρο και η υψηλή ραπτική.
Σήμερα, η ανακάλυψη του Perugia μοιάζει σχεδόν με αποκάλυψη ενός ξεχασμένου κεφαλαίου της ιστορίας της μόδας. Και δεν είναι τυχαίο ότι το Bata Shoe Museum στο Τορόντο αφιέρωσε την έκθεση André Perugia: A Design Legend Unveiled σε περισσότερα από 95 έργα του, αναδεικνύοντας έναν δημιουργό που, παρά την τεράστια επιρροή του, παραμένει λιγότερο γνωστός στο ευρύ κοινό απ’ όσο θα του άξιζε.

Από τη Νίκαια στο Παρίσι
Ο Perugia γεννήθηκε το 1893 στη Νίκαια, σε οικογένεια ιταλικής καταγωγής, και μεγάλωσε μέσα στη μυρωδιά του δέρματος και της χειροτεχνίας, μαθητεύοντας στο εργαστήριο του πατέρα του. Από πολύ νωρίς, όμως, φάνηκε πως δεν τον ενδιέφερε απλώς να γίνει ένας εξαιρετικός υποδηματοποιός. Ήθελε να καταλάβει πώς μπορεί να αλλάξει η ίδια η ιδέα του παπουτσιού.
Η πορεία του προς το Παρίσι συνδέθηκε με τον Paul Poiret, έναν από τους σημαντικότερους couturiers της εποχής, ο οποίος αντιλήφθηκε νωρίς το ιδιαίτερο ταλέντο του. Το 1921 ο Perugia άνοιξε το δικό του κατάστημα στη Rue du Faubourg Saint-Honoré και πολύ σύντομα βρέθηκε στο κέντρο ενός κόσμου όπου η υψηλή ραπτική συναντούσε τον κινηματογράφο, το θέατρο και την κοσμική ζωή.
Οι πελάτισσές του δεν ήταν τυχαίες. Ανάμεσά τους βρίσκονταν γυναίκες όπως η Josephine Baker και άλλες διάσημες μορφές της εποχής, ενώ το όνομά του άρχισε να συνδέεται με εκείνο το είδος πολυτέλειας που δεν χρειάζεται να φωνάζει για να εντυπωσιάσει.

Όταν το παπούτσι έγινε γλυπτό
Αυτό που έκανε τον Perugia ξεχωριστό ήταν η αδιάκοπη επιθυμία του να πειραματίζεται. Έπαιζε με τις αναλογίες, τις υφές, τα υλικά και κυρίως με την ίδια την κατασκευή. Στα χέρια του, το παπούτσι μπορούσε να αποκτήσει μια σχεδόν αρχιτεκτονική μορφή.
Ήδη από τη δεκαετία του 1920 δημιούργησε βραδινά παπούτσια με επιφάνειες καλυμμένες από rhinestones, μετατρέποντας το υπόδημα σε ένα μικρό κόσμημα. Σχεδίασε επίσης το περίφημο «mask shoe», ένα mule εμπνευσμένο από τις βενετσιάνικες μάσκες, που παρουσίασε για πρώτη φορά το 1923 και επανέφερε με διαφορετικές εκδοχές σε όλη την καριέρα του.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η τόλμη του να αφήνει το πόδι εκτεθειμένο με τρόπους που για την εποχή θεωρούνταν σχεδόν προκλητικοί. Ένα ζευγάρι βραδινών σανδαλιών του 1928–29, που βρίσκεται στη συλλογή του Metropolitan Museum of Art, διαθέτει ανοιχτή φτέρνα σε μια περίοδο που αυτό δεν ήταν ακόμη συνηθισμένο στα βραδινά υποδήματα. Το αποτέλεσμα είναι κομψό, αλλά ταυτόχρονα αναπάντεχα μοντέρνο.

Η Schiaparelli και η σουρεαλιστική πλευρά του
Η δεκαετία του 1930 ήταν ίσως η πιο συναρπαστική περίοδος του Perugia. Η συνεργασία του με την Elsa Schiaparelli ταίριαξε σχεδόν μοιραία με τη δική του ανάγκη να ξεπερνά τα όρια του συμβατικού. Η Schiaparelli έβλεπε τη μόδα ως έναν χώρο όπου το παράδοξο μπορούσε να γίνει επιθυμητό και ο Perugia είχε ακριβώς την ίδια διάθεση.
Για εκείνη δημιούργησε πλατφόρμες, σουρεαλιστικά σχέδια και ευφάνταστες κατασκευές, ενώ οι ιδέες του συχνά αντλούσαν από την τέχνη, την ιστορία, την Ανατολή και τον βιομηχανικό σχεδιασμό. Η σχέση τους υπήρξε από τις σημαντικότερες συνεργασίες της εποχής και κράτησε για χρόνια.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Η Schiaparelli μπορούσε να μετατρέψει ένα ρούχο σε σουρεαλιστικό αντικείμενο και ο Perugia μπορούσε να κάνει ακριβώς το ίδιο με ένα ζευγάρι παπούτσια.

Η μηχανική πίσω από την ομορφιά
Ίσως όμως το πιο γοητευτικό κομμάτι της ιστορίας του να βρίσκεται εκεί όπου η αισθητική συναντά τη μηχανική. Ο Perugia είχε εργαστεί σε εργοστάσιο αεροπλάνων κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εμπειρία που φαίνεται πως επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την κατασκευή και τη λειτουργία.
Δεν σχεδίαζε απλώς όμορφα παπούτσια. Αναζητούσε νέους τρόπους για να τα κάνει να λειτουργούν.
Ανάμεσα στις πιο εντυπωσιακές καινοτομίες του ήταν η articulated sole, μια εύκαμπτη ξύλινη σόλα αποτελούμενη από επιμέρους τμήματα που συνδέονταν με μεταλλικούς μηχανισμούς, επιτρέποντας μεγαλύτερη ελευθερία κίνησης. Ο Perugia πειραματίστηκε με την ιδέα ήδη από τη δεκαετία του 1920 και την κατοχύρωσε αργότερα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της σχεδιαστικής του φιλοσοφίας: τίποτα δεν ήταν διακοσμητικό χωρίς λόγο. Η καινοτομία μπορούσε να είναι όμορφη και η λειτουργικότητα μπορούσε να γίνει αντικείμενο υψηλής αισθητικής.

Ένας δημιουργός που κοίταζε μπροστά
Ο Perugia συνέχισε να σχεδιάζει για μερικούς από τους σημαντικότερους οίκους και δημιουργούς της εποχής, ενώ η δουλειά του συνδέθηκε αργότερα και με τον Christian Dior. Στα αρχεία και τις συλλογές μεγάλων μουσείων, από το Metropolitan Museum of Art έως το LACMA και το Kyoto Costume Institute, παραμένουν σήμερα δείγματα της δουλειάς του.
Κοιτάζοντας τα παπούτσια του έναν αιώνα μετά, το εντυπωσιακό δεν είναι μόνο ότι μοιάζουν παλιά. Είναι ότι πολλά από αυτά εξακολουθούν να μοιάζουν σύγχρονα.
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία του André Perugia. Δεν σχεδίασε απλώς για τη μόδα της εποχής του. Σχεδίασε σαν να γνώριζε ότι η μόδα θα άλλαζε ξανά και ξανά, αλλά η πραγματική δημιουργικότητα θα παρέμενε.
Για τον Perugia, ένα παπούτσι δεν ήταν ποτέ απλώς κάτι που φοράς για να περπατήσεις. Ήταν ένας τρόπος να αλλάξεις τον τρόπο που περπατάς, στέκεσαι, κινείσαι και τελικά τον τρόπο που σε κοιτούν. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε ένα γλυπτό τακούνι, μια παράτολμη πλατφόρμα και μια κατασκευή που μοιάζει να αψηφά τους κανόνες της, το παπούτσι παύει να είναι αξεσουάρ και γίνεται μόδα στην πιο καθαρή, απελευθερωμένη μορφή της.
xoxo LilaLounAr.T




