Όσο περισσότερο εδραιωνόταν στον κόσμο της υψηλής ραπτικής, τόσο περισσότερο γινόταν φανερό ότι η Elsa Schiaparelli δεν είχε καμία πρόθεση να ακολουθήσει τους κανόνες που όριζαν μέχρι τότε τη μόδα. Εκεί όπου άλλοι σχεδιαστές αναζητούσαν την κομψότητα μέσα από την αρμονία, εκείνη έψαχνε την ομορφιά μέσα από την ανατροπή. Ήθελε το βλέμμα να σταματά, να ξαφνιάζεται, να γεννά ερωτήματα. Ένα φόρεμα, πίστευε, δεν όφειλε απλώς να κολακεύει το σώμα· έπρεπε να αφηγείται μια ιστορία.
Αυτή ακριβώς η φιλοσοφία την οδήγησε σε μια από τις πιο δημιουργικές συναντήσεις στην ιστορία της τέχνης και της μόδας. Στα καφέ, τα ατελιέ και τα σαλόνια του Παρισιού γνώρισε τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Σουρεαλισμού, ενός κινήματος που προσπαθούσε να απελευθερώσει τη φαντασία από τα δεσμά της λογικής. Ο Salvador Dalí, ο Jean Cocteau, ο Man Ray, ο Alberto Giacometti, ο Marcel Vertès και πολλοί ακόμη καλλιτέχνες δεν αντιμετώπιζαν τη Schiaparelli ως μια απλή σχεδιάστρια μόδας. Τη θεωρούσαν μία από αυτούς· μια δημιουργό που χρησιμοποιούσε το ύφασμα όπως εκείνοι χρησιμοποιούσαν τον καμβά ή το μάρμαρο.
Η σχέση της με τον Salvador Dalí έμελλε να γίνει θρυλική. Οι δύο δημιουργοί μοιράζονταν την ίδια σχεδόν παιδική περιέργεια απέναντι στο παράδοξο. Εκείνος ζωγράφιζε όνειρα και εκείνη τα μετέτρεπε σε ενδύματα. Η συνεργασία τους απέδειξε ότι η υψηλή ραπτική μπορούσε να σταθεί ισάξια δίπλα στις υπόλοιπες μορφές τέχνης, χωρίς να χάνει τον χαρακτήρα της.

Από αυτή τη συνεργασία γεννήθηκαν μερικά από τα πιο διάσημα δημιουργήματα του 20ού αιώνα. Το περίφημο “Lobster Dress” του 1937, με τον τεράστιο αστακό ζωγραφισμένο πάνω σε ένα λευκό μεταξωτό φόρεμα, προκάλεσε αίσθηση όταν φωτογραφήθηκε από τον Cecil Beaton και φορέθηκε από την Wallis Simpson λίγο πριν τον γάμο της με τον Δούκα του Ουίνδσορ. Δεν ήταν απλώς ένα εντυπωσιακό σχέδιο. Ήταν μια πρόκληση απέναντι στις συμβάσεις της υψηλής κοινωνίας, μια υπενθύμιση ότι ακόμη και ένα καθημερινό πλάσμα της θάλασσας μπορούσε να γίνει σύμβολο πολυτέλειας και καλλιτεχνικής έκφρασης.

Λίγο αργότερα δημιουργήθηκε το συγκλονιστικό “Skeleton Dress”, ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η Schiaparelli αντιλαμβανόταν τη μόδα. Ραμμένα εξογκώματα αναπαριστούσαν τη σπονδυλική στήλη, τα πλευρά και τα οστά του ανθρώπινου σώματος, δημιουργώντας μια τρισδιάστατη ψευδαίσθηση. Για τα δεδομένα της δεκαετίας του 1930, το φόρεμα έμοιαζε σχεδόν εξωπραγματικό. Σήμερα θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα έργα στην ιστορία της haute couture.

Εξίσου εμβληματικό υπήρξε και το “Tears Dress”, ένα φόρεμα που δημιουργούσε την ψευδαίσθηση σκισμένου δέρματος μέσα από ένα πρωτοποριακό τύπωμα του Dalí. Εκεί όπου άλλοι θα έβλεπαν την καταστροφή, η Schiaparelli έβλεπε αισθητική. Το ρούχο μετατρεπόταν σε οπτικό παιχνίδι, αναγκάζοντας τον θεατή να πλησιάσει για να διαπιστώσει αν αυτό που έβλεπε ήταν αληθινό ή προϊόν φαντασίας.

Ακόμη και τα καπέλα της αψηφούσαν κάθε λογική. Το περίφημο Shoe Hat, ένα καπέλο σε σχήμα γυναικείου γοβάκιου τοποθετημένου ανάποδα πάνω στο κεφάλι, έγινε ίσως το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο του σουρεαλισμού στη μόδα. Εκείνη δεν ενδιαφερόταν να δημιουργήσει κάτι απλώς όμορφο. Ήθελε να προκαλέσει χαμόγελα, απορία και συζήτηση. Ήθελε η μόδα να αποκτήσει προσωπικότητα.
Δεν ήταν όμως μόνο οι συνεργασίες της που την έκαναν ξεχωριστή. Ήταν και η αστείρευτη διάθεσή της να πειραματίζεται με νέες τεχνικές και υλικά. Χρησιμοποίησε πλαστικό, σελοφάν, μεταλλικά στοιχεία και συνθετικές ίνες σε μια εποχή που η υψηλή ραπτική βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά στο μετάξι και το βελούδο. Έφερε στο προσκήνιο εμφανή φερμουάρ, μετατρέποντας ένα καθαρά λειτουργικό στοιχείο σε μέρος του σχεδιασμού, ενώ συνεργάστηκε με σπουδαίους τεχνίτες κεντήματος, δημιουργώντας ενδύματα που έμοιαζαν περισσότερο με ζωγραφικούς πίνακες παρά με φορέματα.
Η αγάπη της για την αστρονομία –κληρονομιά από την οικογένειά της– εμφανιζόταν συχνά στις συλλογές της. Αστέρια, ήλιοι, φεγγάρια, κομήτες και αστερισμοί στόλιζαν φορέματα, κοσμήματα και κάπες, δημιουργώντας έναν ολόκληρο φανταστικό ουρανό πάνω στο ανθρώπινο σώμα. Για τη Schiaparelli, το σύμπαν δεν ήταν μακριά· μπορούσε να φορεθεί.

Κάπου εκεί γεννήθηκε και ένα από τα πιο διάσημα χρώματα στην ιστορία της μόδας. Το έντονο, εκρηκτικό Shocking Pink δεν ήταν απλώς μια απόχρωση του ροζ. Ήταν μια δήλωση. Η ίδια το περιέγραφε ως ένα χρώμα «ζωντανό, ατίθασο και γεμάτο ενέργεια». Το χρησιμοποίησε στις δημιουργίες της, στη διακόσμηση του οίκου της, ακόμη και στο μπουκάλι του διάσημου αρώματος Shocking, το οποίο σχεδιάστηκε έχοντας ως έμπνευση τις καμπύλες της ηθοποιού Mae West. Μέχρι σήμερα, το συγκεκριμένο χρώμα παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με τον οίκο Schiaparelli.
Η επιτυχία της την έφερε αναπόφευκτα αντιμέτωπη με μια άλλη τεράστια μορφή της γαλλικής μόδας: την Coco Chanel. Οι δύο γυναίκες εκπροσωπούσαν δύο εντελώς διαφορετικές φιλοσοφίες. Η Chanel πρέσβευε τον διαχρονικό μινιμαλισμό, την απλότητα και τη λειτουργικότητα. Η Schiaparelli, αντίθετα, πίστευε στη φαντασία, στο χιούμορ, στον συμβολισμό και στη θεατρικότητα. Ανάμεσά τους αναπτύχθηκε μια έντονη επαγγελματική αντιπαλότητα, η οποία έχει μείνει στην ιστορία της μόδας. Δεν ήταν απλώς ανταγωνίστριες· εκπροσωπούσαν δύο διαφορετικούς τρόπους να αντιλαμβάνεται κανείς την κομψότητα.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ανέκοψε βίαια αυτή τη δημιουργική πορεία. Η Schiaparelli αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Παρίσι και να επιστρέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν επέστρεψε μετά το τέλος του πολέμου, ο κόσμος είχε αλλάξει. Το 1947 ο Christian Dior παρουσίασε το περίφημο New Look, εγκαινιάζοντας μια νέα αισθητική που κυριάρχησε στις επόμενες δεκαετίες. Η εκρηκτική, σουρεαλιστική γλώσσα της Schiaparelli έμοιαζε πλέον να ανήκει σε μια άλλη εποχή.

Το 1954 αποφάσισε να κλείσει τον οίκο της. Για πολλούς αυτό σήμαινε το τέλος μιας λαμπρής διαδρομής. Στην πραγματικότητα, ήταν απλώς η αρχή του μύθου της. Τα σχέδιά της συνέχισαν να εμπνέουν γενιές δημιουργών, από τον Yves Saint Laurent και τον Thierry Mugler μέχρι τον Jean Paul Gaultier, τον John Galliano και τον Alexander McQueen. Όλοι αναγνώριζαν ότι η Schiaparelli είχε ανοίξει έναν δρόμο όπου η μόδα μπορούσε να συνομιλεί ισότιμα με τη ζωγραφική, τη γλυπτική, το θέατρο και τη λογοτεχνία.
Η μεγαλύτερη δικαίωση όμως ήρθε πολλές δεκαετίες αργότερα. Το 2012 ο ιστορικός οίκος Schiaparelli άνοιξε ξανά τις πόρτες του στην Place Vendôme, εκεί όπου όλα είχαν ξεκινήσει. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Αμερικανός σχεδιαστής Daniel Roseberry ανέλαβε τη δημιουργική διεύθυνση και κατάφερε κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να αναβιώσει το πνεύμα της Elsa χωρίς να το αντιγράψει. Οι εντυπωσιακές δημιουργίες του, με τα χρυσά γλυπτά κοσμήματα, τα ανατομικά στοιχεία, τις υπερμεγέθεις λεπτομέρειες και τη θεατρική αισθητική, θυμίζουν συνεχώς πως η Schiaparelli εξακολουθεί να συνομιλεί με τη σύγχρονη εποχή.

Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη κληρονομιά της. Δεν σχεδίαζε για να ακολουθήσει τη μόδα της εποχής της, αλλά για να ξεπεράσει τον χρόνο. Κάθε δημιούργημά της έκρυβε μια ιστορία, έναν συμβολισμό ή ένα αστείο που περίμενε να ανακαλυφθεί. Δεν φοβήθηκε ποτέ να προκαλέσει, να πειραματιστεί ή να αμφισβητήσει όσα θεωρούνταν δεδομένα. Και γι’ αυτό, σχεδόν έναν αιώνα μετά, το όνομά της εξακολουθεί να ακούγεται όχι μόνο στις πασαρέλες των μεγαλύτερων οίκων, αλλά και στις αίθουσες των σημαντικότερων μουσείων του κόσμου.
Η Elsa Schiaparelli δεν άλλαξε απλώς τη μόδα. Απέδειξε ότι ένα φόρεμα μπορεί να έχει τη δύναμη ενός πίνακα ζωγραφικής, ότι ένα καπέλο μπορεί να προκαλέσει τον ίδιο διάλογο με ένα γλυπτό και ότι η υψηλή ραπτική μπορεί να αποτελέσει μια από τις πιο αυθεντικές μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης. Ίσως γι’ αυτό οι δημιουργίες της εξακολουθούν να μας συναρπάζουν: γιατί δεν σχεδιάστηκαν μόνο για να φορεθούν, αλλά για να ονειρευτούν.
xoxo LilaLounAr.T




