Στόχοι
Πηγή εικόνας: dyslexiaoctupus.com // κουβαλώντας τον στόχο

Σίγουρα δεν είμαι ο μόνος, αλλά πάντα, στη δύση του έτους προσπαθούσα να θέτω στόχους για τον επόμενο. Για κακή μου τύχη τους έγραφα σε ένα σημειωματάριο, το οποίο βρήκα πεταμένο στο παλιό μου δωμάτιο, τώρα πια που γύρισα στα πάτρια εδάφη. Είναι, όντως, μια πολύ κριντζ εμπειρία να διαβάζεις τα όσα έγραφες στα 15 ή τα 16 σου. Ωστόσο, ένα συναίσθημα που μπορείς να νιώσεις μέσα από αυτή, είναι μια μικρή συμπόνοια για τον μικρό εαυτό σου. Αυτό το κείμενο είναι μια απάντηση στον «μικρό Γιώργο», αλλά και σε όλους αυτούς που θέλουν κάθε χρόνο να γίνονται καλύτεροι. Αυτούς που θέτουν στόχους για το νέο έτος και μετά τρώνε τα μούτρα τους. Αυτούς που απογοητεύονται, γιατί βλέπουν πως ό,τι και να κάνουν, δεν θα φθάσουν ποτέ το «τέλειο».

Οι Jordan της ζωής

Για να πάμε πάλι στους στόχους του σημειωματαρίου μου, όλοι τους είχαν μια βασική αφετηρία. Του χρόνου περισσότερη και πιο σκληρή δουλειά. Οι στόχοι μου ήταν σαν κάτι περίεργους προπονητές που βλέπουμε στις αμερικανικές ταινίες, που τσιρίζουν στους παίκτες τους πως τίποτα δεν είναι αρκετό.

Σκληρή δουλειά, να πιστεύεις σ’ αυτά που θες να καταφέρεις, έτσι γίνεσαι πρωταγωνιστής. Τα λόγια του Γιάννη Αντετοκούνμπο στη διαφήμιση της milko δείχνουν ακριβώς το πνεύμα των σημειώσεων του «μικρού Γιώργου». Και δεν είναι μόνο θέμα του Γιάννη, εννοείται. Είναι το κλασικό success story του NBA, που έχει γαλουχήσει γενιές και γενιές.

Όσοι έχουν δει το Last Dance, θα θυμούνται ότι ο Jordan πήγαινε κάθε πρωί στις 5 το χάραμα για προπόνηση. Όσοι δεν το έχουν δει, απλά το υποθέτουν. Είναι περίπου η ίδια αθλητική νοοτροπία. Ποτέ τίποτα δεν είναι αρκετό, πάντα πρέπει να αγωνίζεσαι για την κορυφή. Αν πιάσεις την κορυφή, δεν ξεμπέρδεψες, πρέπει να παραμείνεις εκεί.

Όσους στόχους κι αν εκπληρώσεις, πάντα θα υπάρχουν κι άλλοι στόχοι από πίσω, να σου θυμίζουν ότι δεν έκανες αρκετά. Ίσως το βλέπετε κι εσείς. Πρόκειται για μια ιδιοσυγκρασία που οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στη δυστυχία.

Η κατάκτηση του στόχου
Πηγή εικόνας: medium.com // Ανεβαίνοντας το Έβερεστ

Το κόστος του να είσαι ο καλύτερος

Τα σοφότερα λόγια επ’ αυτού τα άκουσα από έναν πρώην παίκτη του Παναθηναϊκού και νύν της ΑΕΚ, τον Νίκο Παππά στην εκπομπή Χιούστον το λύσαμε. Αν μου έλεγες τώρα να πάρω ένα μαγικό ραβδάκι και αυτόματα να γίνω ο καλύτερος, δεν θα σου έλεγα όχι. Αλλά το θέμα είναι τι πρέπει να θυσιάσεις για να γίνεις o καλύτερος.  

Έπειτα συμπλήρωσε πως αν χρειάζεται να θυσιάσει κανείς όλη του τη ζωή για να γίνει  τέλειος στον τομέα του, ίσως να μην αξίζει. Μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία κάποιος να έχει άποψη για όσα συμβαίνουν στην κοινωνία, να διαβάζει, να ζει, παρά να προπονείται συνεχώς.

Κι έχει απόλυτο δίκιο, θα πω εγώ. Φυσικά, η νοοτροπία αυτή δεν είναι μόνο αθλητική. Είναι όλο το καπιταλιστικό πρότυπο που μας θέλει διαρκώς να προσπαθούμε να ανεβούμε ένα βουνό. Ας μην ξεχνάμε κάποιες δηλώσεις του Zuckerberg και του Elon Mask, που λίγο πολύ μας λένε πως κανείς δεν άλλαξε τον κόσμο δουλεύοντας μόνο 8 ώρες.

Όσο ανεβαίνεις το βουνό, οι στόχοι θα γίνονται όλο και πιο φιλόδοξοι, μαζί κι ο μόχθος για να τους πετύχεις. Όπως λέει βέβαια και το σύνθημα από τον Μάη του ’68: είμαστε ρεαλιστές, στοχεύουμε στο αδύνατο. Όλοι ξέρουμε πως το τέλειο δεν θα το πετύχουμε ποτέ, αλλά για κάποιο λόγο επιμένουμε σε αυτό. Σαν τους σκύλους που κυνηγάνε την ουρά τους, ίσως και χειρότερα.

Η παγίδα της τελειομανίας

Σε ένα απολαυστικό longread στον Economist με τίτλο The perfectionism trap, ο ψυχαναλυτής και καθηγητής σύγχρονης λογοτεχνίας Josh Cohen ισχυρίζεται πως το να κυνηγάει κανείς το τέλειο δεν είναι ποτέ υγιές. Είναι ένας στόχος που δεν μπορεί με τίποτα να επιτευχθεί, επομένως η μόνη του χρησιμότητα είναι να μας γεμίζει μιζέρια και μπόλικη αυτοαμφισβήτηση.

Είναι, άλλωστε, ένα σύνηθες κλισέ όσων διαρκώς βάζουν νέους στόχους. Θέλουν να γίνουν η καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους. Κατά τον Cohen βέβαια, δεν υπάρχει «τέλειος εαυτός», όπως δεν υπάρχει και τελειότητα.

Η παγίδα του «τέλειου»
Πηγή εικόνας: Economist // Η παγίδα του «τέλειου»

Στα αίτια αυτής της τελειομανίας, ο Cohen δεν αναφέρει μόνο το οικονομικό σύστημα. Το βασικό μερίδιο ευθύνης πηγαίνει στους γονείς. Κι είναι σκηνές που πολλοί από εμάς έχουμε ζήσει. Τα «γιατί 19 κι όχι 20;» και τα «σταμάτα να τεμπελιάζεις, δες αυτός τι καλός μαθητής που είναι» εκεί οδηγούν.

Δεν είναι δα και καμιά σοφία. Όταν από μικρός μαθαίνεις πως τίποτα δεν είναι αρκετό, τότε και μεγάλος θα αναπαράγεις αυτήν την αντίληψη. Ο ένας στόχος θα διαδέχεται τον άλλον, θα ανεβαίνεις ψηλότερα και ψηλότερα, αλλά ποτέ όσο ψηλά θες. Το 19 δεν είναι ποτέ αρκετό. Ικανοποιητικό είναι μόνο το 20, το τέλειο.

Όλο αυτό οδηγεί σε μια λούπα, που απλά μας αποπροσανατολίζει από την ίδια τη ζωή. Στο άρθρο ο Cohen αναφέρει ένα ρητό, που αποτελεί την πεμπτουσία των όσων γράφει: αν προσπαθείς για πάντα να φτιάξεις τη ζωή που θες, ποτέ δεν θα ζήσεις τη ζωή που έχεις. Ιδιοφυές.

Καμιά φορά όντως η ποιότητα μετράει

Το συμπέρασμα από όλα αυτά δεν είναι ότι δεν πρέπει να θέτουμε καθόλου στόχους. Απλά ίσως θα ήταν αναγκαίο να αναθεωρήσουμε τους στόχους που θέτουμε. Ο «μικρός Γιώργος» στα σημειωματάρια του προσπαθούσε απεγνωσμένα να γίνει καλύτερος, συνήθως για τα στάνταρ κάποιων άλλων. Δεν πολυ-προσπαθούσε όμως να είναι ευτυχισμένος.

Η Νάσσια Ευθυμιοπούλου, διαχειρίστρια της σελίδας Analyse this #not στο Facebook, έγραψε στο blog της άλλο ένα υπέροχο κείμενο για να μας βοηθήσει να ανανεώσουμε τους στόχους μας. Οι στόχοι που προτείνει βασίζονται στις δικές μας επιθυμίες, όχι αυτές που έχουν οι άλλοι για εμάς, στους ανθρώπους που θέλουμε να έχουμε κοντά μας και στα πράγματα που μας ευχαριστούν και κάνουμε καλά.

Τελικά, ίσως η βάση για τους στόχους που θα θέσουμε φέτος να μην είναι το «τι θέλουμε να πετύχουμε». Να είναι απλώς το «τι θέλουμε». Σκέτο. Χωρίς την απαίτηση κάποιας επιτυχίας ή αποτυχίας.

C’ mon C’ mon

Μετά από όλα αυτά, νομίζω πως το συμπέρασμα είναι πως καλό είναι να ζούμε περισσότερο και να σχεδιάζουμε λιγότερο. Εξάλλου, το λέει και το ρητό πως όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια, ο θεός γελάει.

Προχώρα, κι ας μην είσαι τέλειος
Πηγή: unboxholics // Να προχωράς

Ό,τι στόχους κι αν βάλουμε, ποιοτικούς ή ποσοτικούς, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να μην τους πετύχουμε λόγω ατυχίας ή πανδημίας. Δεν πειράζει, πάντως. Η ταινία C’ mon C’mon του Mike Mills με τον Joaquin Phoenix το λέει ξεκάθαρα. Σημασία δεν έχει τι θα συμβεί στην πορεία. Σημασία έχει μόνο να προχωράς, να προχωράς, να προχωράς…

Και για να κλείσουμε με Φθηνά Τσιγάρα, καμιά φορά η ζωή όντως ξέρει. Ας την ακολουθήσουμε, λοιπόν, ας ζήσουμε λίγο πιο μποέμικα, κι ας μας είναι δύσκολο. Δεν είναι α-β-γ η ζωή κι ούτε μπορούμε να την ελέγξουμε. Άρα το να την εμπιστευτούμε, ίσως είναι η καλύτερη λύση.

Αυτά. Ευτυχισμένο το 2022!


Παρόμοια άρθρα:

Aκολουθήστε τις σελίδες μας σε FacebookInstagram και Spotify για περισσότερη έμπνευση.

3