«Κι όπως κρατά η βροχή τον ρυθμό…»
Οι ανεκπλήρωτοι έρωτες υπάρχουν σε κάποια τραγούδια που δεν μπορείς απλώς να τα ακούσεις, γιατί σε αποκαλύπτουν. Δεν μιλούν για έναν άνθρωπο αλλά για ένα μοτίβο. Για εκείνη την επαναλαμβανόμενη διαδρομή όπου ο έρωτας δεν έρχεται για να μείνει — έρχεται για να σε ταράξει.
Η βροχή κρατά τον ρυθμό, δεν ξεσπά και φεύγει, δεν είναι καταιγίδα που περνά. Είναι επανάληψη, σταθερή, σχεδόν υπνωτική, όπως οι έρωτες που επιστρέφουν στη ζωή μας με διαφορετικό πρόσωπο αλλά ίδιο σενάριο. Άλλο όνομα, ίδια ένταση. Άλλη αρχή, ίδιο τέλος. Και αυτή η ένταση είναι που μας σημαδεύει.

Όχι οι ήρεμοι έρωτες. Όχι εκείνοι που εξελίσσονται ομαλά, που χτίζουν σιγά σιγά ένα «μαζί». Αλλά οι άλλοι. Εκείνοι που μοιάζουν με τανγκό: έλξη και απόσταση ταυτόχρονα. Πλησίασμα που καίει και απομάκρυνση που πονά. Πάθος που δεν ξέρει να σταθεί ακίνητο.
Υπάρχει μια μορφή αγάπης που δεν γίνεται ποτέ οικογένεια. Δεν γίνεται καθημερινότητα. Δεν αντέχει λογαριασμούς, πρωινά ξυπνήματα και ρουτίνα. Δεν σχεδιάζει μέλλον ούτε υπόσχεται «για πάντα». Δεν φορεί νυφικό. Δεν ζητά σταθερότητα. Γίνεται όμως αποτύπωμα!
«Κι η καρδιά σαν τρελή χορεύει τανγκό…»
Είναι οι έρωτες που μένουν στη μέση της διαδρομής. Που δεν κλείνουν με τελεία αλλά με αποσιωπητικά. Και ακριβώς επειδή δεν ολοκληρώθηκαν, δεν φθείρονται. Μένουν άθικτοι στη μνήμη — ιδανικοί, άγριοι, ανοιχτοί.
Στην ταινία Love του Gaspar Noé, ο έρωτας δεν λυτρώνει. Δεν εξημερώνει. Δεν οδηγεί σε σταθερότητα. Αντίθετα, καίει και εγκλωβίζει. Οι πρωταγωνιστές δεν σώζονται μέσα από την αγάπη· αιωρούνται ανάμεσα στη θλίψη και τον πόνο, σαν εκκρεμές που δεν σταματά ποτέ. Ο έρωτας γίνεται εξάρτηση από την ένταση, φυλακή αναμνήσεων, σύγκρουση ανάμεσα στο παρελθόν που δεν ξεθωριάζει και στο παρόν που βαραίνει.

Δεν τελειώνει ποτέ καθαρά. Μένει σαν ξεθωριασμένη ανάμνηση που επιμένει. Κάπως έτσι λειτουργούν κι αυτοί οι έρωτες. Τους ζεις ανήσυχα, με έναν φόβο και μια ανασφάλεια που δεν λένε να σωπάσουν. Δεν τους ζεις μέχρι να ηρεμήσουν — τους ζεις μέχρι να σπάσουν. Μέχρι να μην αντέχει άλλο το σώμα την ένταση, μέχρι να κουραστεί η καρδιά να χτυπά τόσο δυνατά και το μυαλό να τουσ αναλύει.
Κι έπειτα μένεις εσύ με τη βροχή. Με μια αίσθηση ότι κάτι δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ότι μια πόρτα έμεινε μισάνοιχτη. Ότι ένα άγγιγμα δεν δόθηκε τη στιγμή που έπρεπε. Και αυτό το «αν» γίνεται μόνιμη κατοικία μέσα σου. Δεν τους ξεπερνάς πραγματικά. Τους κουβαλάς. Κάθε πρωί. Κάθε βράδυ. Ξυπνάς με την εικόνα τους ως πρώτη σκέψη της ημέρας και την κρατάς ως την τελευταία πριν κοιμηθείς. Όχι απαραίτητα το πρόσωπο. Αλλά το πώς ένιωσες.
Σαν παλιό άρωμα που δεν το φοράς πια, αλλά θυμάσαι ακριβώς πώς μύριζε. Σαν τραγούδι που δεν αντέχεις να ακούσεις ολόκληρο, γιατί ξέρεις ότι θα σε γυρίσει πίσω εκεί όπου όλα ήταν πιο έντονα, πιο επικίνδυνα, πιο αληθινά.
Κάποιοι έρωτες δεν έρχονται για να μείνουν. Έρχονται για να σου δείξουν πόσο βαθιά μπορείς να νιώσεις. Πόσο βαθιά μπορείς να πέσεις. Πόσο μπορεί να αντέξει η καρδιά σου όταν χορεύει τανγκό μέσα στη βροχή. Και ύστερα φεύγουν.Αλλά ο ρυθμός μένει. Και κάπου μέσα σου, η καρδιά συνεχίζει να χορεύει. Μόνη..
«Εγώ μέσα σε δρόμους καθρέφτες…»
Και τότε αρχίζουν οι καθρέφτες.
Στην αρχή ψάχνεις φταίχτες. Είναι πιο εύκολο έτσι. Φταίει ο άλλος που δεν άντεξε. Φταίνε οι συνθήκες. Ο χρόνος. Οι συγκυρίες. Η απόσταση. Η ηλικία. Το timing. Όλα μοιάζουν πιο βολικά όταν έχουν εξωτερικό όνομα. Ο καθρέφτης όμως δεν δείχνει ποτέ μόνο τον άλλον. Δείχνει εσένα και εκεί αρχίζει η δυσκολία.

«Να ψάχνω τους φταίχτες…»
Γιατί ίσως ο φταίχτης δεν είναι το πρόσωπο που έφυγε. Ίσως είναι η επιλογή του μοτίβου. Ίσως είναι η έλξη προς αυτό που δεν μπορεί να κρατηθεί. Ίσως είναι η ανάγκη για ένταση αντί για γαλήνη.
Μήπως ερωτεύεσαι ανθρώπους που δεν μπορούν να μείνουν;
Μήπως διαλέγεις πάντα τον έρωτα που καίει, όχι εκείνον που χτίζει;
Μήπως σε τρομάζει, κατά βάθος, η σταθερότητα;
Οι καθρέφτες δεν είναι εχθροί. Είναι αποκαλύψεις. Δείχνουν ότι οι ανεκπλήρωτοι έρωτες δεν είναι μόνο ιστορίες που μας συνέβησαν. Είναι ιστορίες που, με έναν τρόπο, επαναλάβαμε. Είναι κύκλοι που κλείνουν μόνο όταν τολμήσουμε να αναγνωρίσουμε τη δική μας συμμετοχή.
Κάθε φορά που λες «πάλι τα ίδια», ίσως δεν είναι σύμπτωση.
Ίσως είναι ρυθμός.
Και ο ρυθμός, όπως η βροχή, δεν σταματά αν δεν αλλάξεις βήμα.
Οι φταίχτες, τελικά, δεν είναι πρόσωπα. Είναι φόβοι. Είναι προσκολλήσεις. Είναι η γοητεία του ανεκπλήρωτου που μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί μέσα από την ένταση.

«Που χάνω όλα αυτά που αγαπώ…»
Κι όμως — υπάρχει μια στιγμή που ο καθρέφτης παύει να κατηγορεί και αρχίζει να διδάσκει.Όταν καταλάβεις ότι δεν ερωτεύτηκες μόνο έναν άνθρωπο. Ερωτεύτηκες το συναίσθημα που σου προκάλεσε. Την εκδοχή του εαυτού σου όταν καιγόσουν. Την αίσθηση ότι κάτι μεγάλο συνέβαινε.
Και τότε αλλάζει το ερώτημα. Δεν είναι πια «ποιος έφταιξε;» Είναι «τι αναζητώ;» Γιατί οι ανεκπλήρωτοι έρωτες, όσο κι αν πονάνε, έχουν έναν σκοπό:
Να σου δείξουν το σημείο που χρειάζεται να ψηλώσεις. Να σε αναγκάσουν να κοιτάξεις τον καθρέφτη χωρίς θυμό.

Κι έτσι, όπως κρατά η βροχή τον ρυθμό, κι η καρδιά σου σαν τρελή χορεύει τανγκό,
εσύ στέκεσαι πια μπροστά στους καθρέφτες χωρίς να ψάχνεις φταίχτες.Γιατί κατάλαβες. Κάποιοι έρωτες δεν χάθηκαν.Έγιναν ρυθμός. Και ο ρυθμός, ακόμη κι όταν πονά,
είναι δικός σου.
- Οι υπότιτλοι του κειμένου αντλούνται απο τους στίχους του τραγουδιού «Στα Απογεύματα τα Άδεια» (Ν. Γκάτσος – Μ. Χατζιδάκις), σε πρώτη εκτέλεση της Φλέρυς Νταντωνά.
…By Joan Lio




