Είναι κάπου 25η  Γενάρη όταν ο συγγραφέας αυτής της ιστορίας -εγώ- αποφασίζει να ξεκινήσει το ταξίδι του από την Ελλάδα στην Γηραιά Αλβιώνα (όπως λένε οι λογοτέχνες το Ηνωμένο Βασίλειο) και από το Ηνωμένο Βασίλειο πίσω στην κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη. Το ταξίδι ξεκινά με τους καλύτερους οιωνούς από την Αθήνα γεμάτο αισιοδοξία και ένα γλυκό γενναιόδωρο αποχαιρετισμό από τους δικούς μου ανθρώπους. Το ταξίδι μου με φέρνει στο περίφημο για πολλούς λόγους που θα ανακαλύψετε στην συνέχεια αεροδρόμιο του Heathrow στο Λονδίνο.

Το ηλεκτρονικό ρολόι λέει 17:30 τοπική ώρα Λονδίνου όταν η πτήση της British Airways από την Αθήνα προς Λονδίνο αφικνείται στο Terminal 5 και ξεκινάει την απίστευτη περιπέτεια μας. Για τους έμπειρους των αεροπορικών ταξιδιών, η λέξη Heathrow είναι κόκκινο πανί, αλλά αφήστε με να σας αφηγηθώ λίγο την πολιτική που εφαρμόζει το διάσημο αυτό αεροδρόμιο.

Στο Heathrow κατ’ αρχήν λόγω των συμβάσεων που δεν έχει υπογράψει η Μεγάλη Βρετανία, ανεξαρτήτως αν είσαι επιβάτης transit πτήσης – δηλαδή, αν δεν σκοπεύεις να αποβιβαστείς στην χώρα αλλά την χρησιμοποιείς απλώς ως ενδιάμεσο σταθμό για τον τελικό σου προορισμό– οποιασδήποτε μορφής λοιπόν επιβάτης και αν είσαι, υποχρεούσαι να περάσεις ξανά από τους ίδιους εξονυχιστικούς ελέγχους που περνάει ένας επιβάτης πριν την πρώτη του επιβίβαση. Η διαφορά για όσους συγκρίνουν το Heathrow με το καθεστώς  του αερολιμένα «Ελευθέριος Βενιζέλος» είναι η ποσότητα του κόσμου που χρησιμοποιεί ως ενδιάμεσο σταθμό την ταπεινή Αθήνα σε σχέση με το πολυτάραχο Λονδίνο.

Στο «άκρως Αγγλικό» και «τυπολατρικό» αυτό αεροδρόμιο, αν κατά την διάρκεια των ελέγχων διαπιστωθεί ότι η πτήση σου είναι σε λιγότερο από 45 λεπτά, ο υπάλληλος του αεροδρομίου θα σε ενημερώσει ότι δεν μπορείς να συνεχίσεις προς την πορεία σου για την πύλη και το επόμενο αεροδρόμιο, ότι έχασες την πτήση σου και θα πρέπει να ενημερώσεις την εταιρεία. Στο αξιαγάπητο αυτό αεροδρόμιο αν η πτήση σου έφτασε σε διάστημα λιγότερο από 50 λεπτά από την επόμενη πτήση, ακόμα και αν εσύ προλάβεις να ξαναπεράσεις όλους τους ελέγχους, δεν είναι σίγουρο ότι η βαλίτσα σου από το αμπάρι του ενός αεροπλάνου θα προλάβει να καταλήξει στο αμπάρι του δεύτερου.

Αλλά ας πάμε πίσω στην φυσική ροή της αφήγησης μας όπου ο ήρωας μας –εγώ– αρχίζει να περνάει τους ελέγχους. Έχοντας μια καλή εμπειρία από το αεροδρόμιο 17:55 έχω καταφέρει να βγάλω δύο φορές την ζώνη μου, τα παπούτσια μου, το πουκάμισο μου, το laptop μου, το παλτό μου, να τα ελέγξουν τα κλασσικά μηχανήματα και να πιστοποιήσω την νομιμότητα του διαβατηρίου μου και να ξαναντυθώ. Ωραία. Όλα πάνε όπως επιτάσσει το σχέδιο πτήσης και η πύλη μας κλείνει 18:40 ώστε το αεροπλάνο μας να αναχωρήσει 18:55. Εντάξει πρέπει να μεταφερθούμε στο Β τμήμα του Terminal 5, οπότε πρέπει να κατευθυνθούμε γρήγορα από τα duty free στον όροφο -2 και στο υπόγειο εσωτερικό τραίνο που θα μας μεταφέρει στο επιζητούμενο τμήμα, αλλά τίποτα το ανησυχητικό για το συγγραφέα μας και την μικρή κόκκινη βαλιτσούλα που κουβαλά μαζί του.

Αλλά η μοίρα που αλλιώς ορίζει το ταξίδι μου ξυπνά το πειρασμό στους Λονδρέζους φίλους μας που αποφασίζουν να κάνουν δειγματοληπτικό έλεγχο καθώς βγαίνουμε από το ασανσέρ. Μόλις βγαίνω από το μπούγιο γυρνάω πίσω και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω στα χέρια μου την βαλίτσα. Οπότε ή βρίσκεται αδέσποτη μέσα στο ασανσέρ ή απλά βρίσκεται στο τελευταίο και μοναδικό μαγαζί duty free που πέρασα, αλλά σίγουρα βρίσκεται σε πραγματική απόσταση 3 λεπτών από εκεί που βρίσκομαι. Όμως κάπου εδώ ξεκινάει η περιπέτεια μας. Στο Heathrow αν έχεις προχωρήσει από ένα σημείο Α στο σημείο Β, είναι σχεδόν αδύνατο να επιστρέψεις ακολουθώντας την αντίστροφη διαδρομή. Αντίθετα πρέπει να πραγματοποιήσεις ένα γιγαντιαίο κύκλο και να ξαναπεράσεις όλους τους ελέγχους. Τι κι αν μίλησα στους υπευθύνους του αεροδρομίου, τι κι αν μίλησα και παρακάλεσα τους αστυνομικούς, δυστυχώς η πορεία μας προς τα πίσω είναι μονόδρομος.

Όμως σταθείτε, η ώρα είναι 18:10 και εγώ αρχίζω να τρέχω. Προσπαθώ να περάσω όλους τους ελέγχους ξανά ώστε να βρεθώ στο τελευταίο duty free ή στο ασανσέρ κοντά όπου ευελπιστώ ότι θα βρω την βαλίτσα μου. Για να δούμε όμως τώρα αν έχετε κρατήσει τις πληροφορίες που μοιράστηκα μαζί σας μέχρι τώρα για την πολιτική αυτού του αεροδρομίου. Η πύλη κλείνει 18:40 και εγώ είμαι σε διαπραγματεύσεις για να περάσω ξανά να βρω την βαλίτσα μου 18:10, δηλαδή λιγότερα από 45 λεπτά που είναι το ανεκτό όριο. Οπότε η διεύθυνση του αεροδρομίου με εξωθεί να ακυρώσω το εισιτήριο μου, να ενημερώσω την πλοηγό εταιρία να βγάλει την μεγάλη μου βαλίτσα από το αμπάρι και να συνεχίσω ύστερα την περιπλάνηση μου στο αεροδρόμιο για να βρω την βαλιτσούλα μου. Θα μου πεις όλα αυτά για μια κόκκινη βαλιτσούλα που έχει μόνο ρούχα, που σίγουρα δεν κόστιζαν όσο το εισιτήριο; «Ναι», σας απαντώ. Είχε όλα τα πουλόβερ που σκόπευα να φοράω στους κρύους μήνες της Νέας Υόρκης. Εδώ χιονίζει τον Μάρτη και έχει μέση θερμοκρασία -7 στις καλές μέρες και φτηνό πουλόβερ στην Αμερική της φίρμας δεν βρίσκεις.

Δείτε όμως το φαιδρό. Μόλις ακυρώνω το εισιτήριο, το αεροδρόμιο μου ανακοινώνει ότι πλέον δεν μπορώ να προχωρήσω στο χώρο των duty free’s γιατί δεν έχω νόμιμο ενεργό εισιτήριο. Οπότε η προσπάθεια για προσωπική έρευνα πρέπει να σταματήσει και ξεκινάμε νέες προσπάθειες. Προσέξτε να δείτε. Δεν λέω στην Ελλάδα, μάλλον θα την είχαν κλέψει πριν πεις κίμινο, αλλά μια αδέσποτη βαλίτσα δεν κινδυνεύει από τους επίδοξους ταξιδιώτες, κυρίως γιατί δεν μπορούν να την πάρουν μαζί τους, γιατί δικαιούνται όλη κι όλη μία, αυτήν που μάλλον ήδη κουβαλούν μαζί τους. Το επικίνδυνο μιας αδέσποτης βαλίτσας είναι να μην καταστραφεί ως τρομοκρατικός κίνδυνος. Αλλά αυτό είναι και το πλεονέκτημα που προσπαθώ να εκμεταλλευτώ. Αρχίζω να μιλάω με την ασφάλεια του αεροδρομίου, τους security boys, τους αστυνομικούς, την αντιτρομοκρατική, αλλά οι κάμερες και οι υπηρεσίες του αεροδρομίου δεν έχουν κάνει trace (ανιχνεύσει) καμία μικρή κόκκινη βαλίτσα. Σκέψου να είχε όντως βόμβα μέσα. Σαν το σκυλί στ’ αμπέλι θα πάμε και δεν θα το καταλάβουμε κιόλας.

Η ώρα έχει πάει 18:55, εγώ αποχαιρετώ την πτήση μου από το τζάμι και καταλήγω στο Lost Properties Department (κοινώς Τμήμα Απολεσθέντων) που κλείνει στις 19:00 και μου ανακοινώνει «Περάστε αύριο στις 07:00 το πρωί, για νεότερη ανακοίνωση, αλλά έχετε γνώση ότι μπορεί να την βρούμε μετά από 48 ώρες». Οπότε  αποφασίζω να παίξω το τελευταίο μου χαρτί. Θα πάω να βγάλω εισιτήριο μήπως και μπω νόμιμα στο αεροδρόμιο ώστε να ψάξω σαν άνθρωπος χωρίς παράπονα και δυσκολίες. Ομολογώ στο ενδιάμεσο είχε τύχει να συζητήσω με την British Airways την τιμή του εισιτηρίου για την επόμενη πτήση και άκουσα το εξωφρενικό νούμερο των 1000 αγγλικών λιρών (1200 αμερικάνικα δολάρια), το οποίο καθώς γράφω την ιστορία μου συνειδητοποιώ ότι δεν είχα κιόλας, μιας και ο ενοικιαστής μου στο πανεπιστήμιο μου είχε ζητήσει να προπληρώνω το ενοίκιο μου και έτσι είχα πληρώσει το νοίκι του Φλεβάρη για το δωμάτιο στην Νέα Υόρκη και  έχω μείνει με 300$ στην κάρτα και σε μια άγνωστη πόλη της Ευρώπης (αλλά όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλέον).

Οπότε φίλοι και φίλες κανονικά μάλλον εδώ είναι η στιγμή που πρέπει να πανικοβληθούμε. Αλλά είδατε η άγνοια κινδύνου είναι σπουδαίος σύμμαχος στο πανικό τελικώς. Στο ενδιάμεσο, παίρνω τηλέφωνο ένα φίλο στο Skype και του λέω την μέχρι τότε περιπέτεια μου. Ο φίλος μου όταν απάντησε την κλήση,  κρατήστε αυτή την λεπτομέρεια, σιγό-σφυρίζει ένα σκοπό του Haig Yazdjian –Lama bada– Μερακλίδικος και στενάχωρος σκοπός. Εγώ κατευθύνομαι προς το ταμείο της British πάλι να βγάλω το εισιτήριο μου, μιας και δεν είχε, επεξεργαστεί ο εγκέφαλος μου ακόμη  την πληροφορία των 1000 λιρών που είχε λάβει προηγουμένως μέσα στην σύγχυση. Καθώς πλησιάζω το ταμείο αρχίζω να τραγουδάω σαν μεθυσμένος από το καημό μου και εγώ το Lama bada και η ταμίας που είναι Ινδή, πρώην αποικία της Αγγλίας θυμίζω, συγκινείται. Της λέω την ιστορία μου και η τύπισσα αποφασίζει να με χρεώσει μόνο το change fee, δηλαδή 250 λίρες. Πάλι καλά γιατί δεν είχα κι άλλες.

Και τι τώρα νομίζετε ότι φτάνουμε στο τέλος της ιστορίας ε; Όχι!!! Βγάζω το εισιτήριο και μάλιστα αποφασίζω να το βγάλω για το επόμενο απόγευμα αντί του πρωινού στις 07:00 ή 09:00 που είχε πτήσεις μήπως και βρεθεί. Κρίσιμη απόφαση αυτή, κρατείστε την για την συνέχεια της ιστορία μας. Πάω να περάσω για ακόμα μια φορά τους ελέγχους αλλά εκεί ανακαλύπτω δύο βασικά ζητήματα:

  • Πρώτον, με βάση τους κανονισμούς του αεροδρομίου δεν μπορούσα να μπω νωρίτερα από 5 ώρες πριν την πτήση μου.
  • Δεύτερον, το αεροδρόμιο στο συγκεκριμένο τερματικό σταθμό έκλεινε για κάποιες ώρες τα ξημερώματα.
  • Έχουμε μείνει λοιπόν με κάτι περισσότερο από 50 δολάρια στην κάρτα – ομολογώ ούτε που το είχα καταλάβει εκείνη την στιγμή. – και πρέπει να βρω κάπου να κοιμηθώ, εκτός αεροδρομίου και το ξενοδοχείο SOFOTEL έχει τιμές κόλαση.

Εδώ αρχίζει η επικοινωνία με την ομογένεια. Έχουμε ένα φίλο σερβιτόρο που δουλεύει στο Piccadilly (κολωνάκι του Λονδίνου) ως τις 3 το πρωί και μένει με άλλους πέντε και κάπου θα με κοίμιζε στην ζούλα, και ένα ζευγάρι γιατρών όπου ο άνδρας μένει σε παρόμοια εστία στο Southampton (απόσταση Αθήνα-Θήβα με το τραίνο) και η γυναίκα του στο Portsmouth (απόσταση Αθήνα-Λαμία με το τραίνο) σε ένα πιο ευρύχωρο σπίτι. Η τύχη επιτέλους αρχίζει να μας χαμογελάει, μιας και συνήθως ως γιατροί έχουν δύσκολες βραδινές εφημερίες αλλά όχι βράδυ της 25ης Γενάρη. Ε, λέω και εγώ θα αργήσω να φτάσω αλλά ας διαλέξουμε την λουξ επιλογή του Portsmouth, μετά από τόση περιπέτεια. –Υπόσχομαι ότι το Southampton θα το επισκεφτώ κάποια άλλη στιγμή, για να τιμήσουμε το έτερο μέλος αυτού του αξιαγάπητου ζευγαριού, στο οποίο ευχόμαστε τα καλύτερα. –

Πάω να βγάλω εισιτήριο στη National Express, η μπαταρία στο κινητό πέφτει, αλλά έχουμε προλάβει να δώσουμε συνάντηση στο Portsmouth Harbour στις 23:40. Εγώ άσχετος πλήρως από την Αγγλία συναντάω έναν εκπαιδευόμενο στο κισσέ των τραίνων, ο οποίος μου λέει ότι το λιμάνι του Portsmouth είναι το Southampton. Και καλά να χα μπαταρία να ενημερώσω τον σύζυγο ότι τελικά  η μοίρα θα μας ένωνε το κρύο βράδυ της 25ης αλλά ήμασταν άτυχοι και σε αυτό. Όμως ας είμαστε ειλικρινείς. Αν έρθει κάποιος και σας πει ότι η πόλη που λέγεται Port-smouth δεν έχει λιμάνι, δεν θα σας φανεί περίεργο; Και εμένα το ίδιο. Ευτυχώς λοιπόν που το εισιτήριο για Southampton που μου πρότεινε ο εκπαιδευόμενος ήταν πιο ακριβό από τα λεφτά που είχα στην κάρτα και ο εκπαιδευόμενος ρωτάει τον εκπαιδευτή και τελικώς βγάζουμε εισιτήριο για το σωστό προορισμό.

Εντάξει, εδώ τα βάσανα τελειώσανε. Ομολογώ η ΤραινΟΣΕ της Αγγλίας είναι ότι πιο πολυτελές έχω δει –Πρίζες , Τουαλέτα, Καρέκλες,Free Wi-Fi – Στο ενδιάμεσο λαμβάνω από μια γλυκύτατη φίλη ένα ιδιαίτερο αλλά και φαιδρό μήνυμα: «Φίλε μου, στο ξένο τόπο που σαι, πιο ξένο και από τον ξένο που πήγαινες, σου εύχομαι ο άγιος Ξενοφώντας να σε προστατεύει που γιορτάζει αύριο». Μέχρι και το ορθόδοξο αγιολόγιο μας έκανε πλάκα. Ευτυχώς συναντάω την Ελληνίδα φίλη μας γιατρό, στην οποία όταν εκμυστηρεύομαι το μήνυμα που έλαβα, μου λέει «Πω, ευτυχώς που μου το πες γιατί έχω βαφτιστήρι Ξενοφώντα και εδώ στην Αγγλία έχω χάσει τις ημερομηνίες, θα το πάρω αύριο να του ευχηθώ». Μέσα σ’ όλη αυτή την ιστορία κάπου έπρεπε να βγει και ένα θετικό.

Χρόνια πολλά, λοιπόν και από την beasty-press σε κάθε Ξενοφώντα, και συνεχίζουμε.

Ξημερώνει επιτέλους 26η Γενάρη. Και ο Θεός μας σπλαχνίστηκε γιατί ήταν η μοναδική μέρα στο δίμηνο που η οικοδέσποινά μας έχει το πρωί ρεπό. Ξορκίσαμε τη γκίνια. Όταν, λοιπόν ξύπνησα το πρωί, είπα στον εαυτό μου: «Στάσου δες που είσαι. Άσε την βαλίτσα στην άκρη. Έχεις την ευκαιρία να μυρίσεις, να γευτείς έστω και σποραδικά την νότια Αγγλία και να δεις μια φίλη που θα κάνεις χρόνια ίσως να ξαναδείς.» Όπως λέει και ο ποιητής «Άμα φτάσεις πάτο, πάει μόνο πάνω». Έτσι και εγώ άδραξα την ευκαιρία. Επικοινωνώ το πρωί στις 10:00 με το αεροδρόμιο, αλλά δεν υπήρχε καμία ενημέρωση. Τρώω αγγλικό πρωινό. «Επισκευάζουμε» μια ελληνική καφετιέρα Nescafe και πείθουμε την οικοδέσποινα μας να μας παραχωρήσει μια σύντομη συνέντευξη – που μπορείτε να διαβάσετε εδώ .– Να σας ομολογήσω ότι είχα προσπαθήσει να πάρω συνέντευξη από αυτό το αξιαγάπητο ζευγάρι πριν ενός μήνα για να μας μιλήσουν για το θέμα της μετανάστευσης των Ελλήνων γιατρών σε χώρες της Ευρώπης και ιδιαιτέρως της Αγγλίας, αλλά  μας το είχαν ευγενικά αρνηθεί από υπερβολική ταπεινότητα. Αλλά βλέπετε, δίνεις πιο εύκολα συνέντευξη στο καραβοτσακισμένο φίλο σου που έχασε την βαλίτσα του, η οποία στις 11:30 τελικώς μαθαίνουμε ότι βρέθηκε, αν και ότι ήταν να είχα κερδίσει από αυτή την περιπέτεια πιστεύω ότι το είχα ήδη καρπωθεί. Εν τω μεταξύ σκεφτείτε τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν είχα φύγει με το πρωινό αεροσκάφος.

Γυρνώντας στο αεροδρόμιο, ομολογώ, είχα την τύχη να μαγευτώ από τα μελαγχολικά τοπία της νότιας Αγγλίας – πρωί πια μπορούσα να κάνω sightseeing -. Μόλις βέβαια, έφτασα στα απολεσθέντα πληροφορήθηκα ότι έπρεπε να πληρώσω 20 λίρες για εύρετρα. Οπότε, άνοιξα το πορτοφόλι, έβγαλα κάθε πενηνταράκι από τις τσέπες και πήρα πίσω την βαλίτσα. Αυτό βέβαια είχε άλλη συνέπεια αφού όταν έφτασα στην Νέα Υόρκη, δεν είχα να πληρώσω το εισιτήριο και έπρεπε να πάω μέσα από μια δαιδαλώδη διαδρομή όπου ήξερα ότι υπήρχε μηδενικός έλεγχος, αλλά ντάξει στις 4 π.μ έφτασα στο σπίτι μου.

ΥΓ: Αν με ρωτάτε, το θέμα εύρεσης της βαλίτσας ή γενικώς το θέμα της επιβίωσης δεν το εκχωρώ ούτε στο κόσμο του τυχαίου ούτε στο κόσμο των ικανοτήτων μου. Θεωρώ ότι είναι θέμα πίστης. Μου φαινόταν αδιανόητο να μου συμβεί κάτι κακό σε αυτό το ταξίδι. Με συνόδευε μια τόσο δυνατή προσευχή, ενέργεια, σκέψη, όπως θέλετε πείτε το, για να συνέβαινε κάτι άσχημο. Στην τελική, ένα δίδαγμα αυτής της ιστορίας είναι ότι ο κίνδυνος είναι ανθρώπινη εφεύρεση και αφορά μόνο την θέληση μας και μόνο αν θα του επιτρέψουμε να μας νικήσει. Καλά έχω κι άλλο ένα δίδαγμα: «Άγιος Φανούριος Rocks»

4