Ο Δράκουλας επιστρέφει. Αν και, για να είμαστε ακριβείς, δεν έφυγε και ποτέ.
Αυτή τη φορά, αφορμή είναι η νέα ηχητική διασκευή του μυθιστορήματος του Bram Stoker από την Audible, που κυκλοφόρησε την 1η Οκτωβρίου, με τον Jonathan Bailey στον ρόλο του Κόμη, την Ella Purnell ως Mina και την Aimee Lou Wood ως Lucy. Ένα καστ γεμάτο αναγνωρίσιμα ονόματα, μια παραγωγή σχεδιασμένη για τη σύγχρονη εποχή των audio books, και ένας χαρακτήρας που για άλλη μία φορά αποκτά τη δική του στιγμή στην ποπ κουλτούρα.
Το ενδιαφέρον, όμως, δε βρίσκεται μόνο στο ότι ένα μυθιστόρημα του 1897 εξακολουθεί να προσελκύει το κοινό σχεδόν 130 χρόνια αργότερα. Βρίσκεται κυρίως στο πόσο διαφορετικός είναι ο Δράκουλας που έχουμε σήμερα στο μυαλό μας από εκείνον που έγραψε ο Stoker. Γιατί κάπου ανάμεσα στις σελίδες του βιβλίου και στις αμέτρητες κινηματογραφικές διασκευές του, ένα πλάσμα που προκαλούσε τρόμο μετατράπηκε σε αντικείμενο πόθου.
Ο Δράκουλας του Stoker δεν ήταν ρομαντικός ήρωας

Όταν ο Ιρλανδός συγγραφέας Bram Stoker δημοσίευσε το Dracula το 1897, δημιούργησε ένα από τα σημαντικότερα έργα της gothic λογοτεχνίας. Η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από ημερολόγια, επιστολές και μαρτυρίες, καθώς μία ομάδα ανθρώπων προσπαθεί να αντιμετωπίσει μια απειλή που ξεπερνά τη λογική τους.
Ο Κόμης Δράκουλας δεν είναι ένας παρεξηγημένος άνδρας που αναζητά την αληθινή αγάπη. Είναι ένας αδίστακτος θηρευτής, που εισβάλλει στις ζωές των άλλων, ελέγχει, χειραγωγεί και καταστρέφει. Το δάγκωμα του δεν αποτελεί ρομαντική χειρονομία, αλλά πράξη βίας και επιβολής.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το μυθιστόρημα στερείται ερωτισμού. Ο Stoker γράφει σε μια εποχή έντονων κοινωνικών περιορισμών, όπου η γυναικεία σεξουαλικότητα, η επιθυμία και η απόκλιση από τους καθιερωμένους ρόλους προκαλούν ανησυχία. Ο Δράκουλας ενσαρκώνει πολλούς από αυτούς τους φόβους. Το αίμα, η σωματική μεταμόρφωση και η απώλεια ελέγχου αποκτούν έντονους σεξουαλικούς συμβολισμούς.
Χαρακτηριστική είναι η σκηνή στο κάστρο, όπου ο Jonathan Harker συναντά τις τρεις μυστηριώδεις γυναίκες που κατοικούν εκεί. Η περιγραφή συνδυάζει την ερωτική έλξη με τον απόλυτο τρόμο. Ο Harker αισθάνεται ταυτόχρονα επιθυμία και φόβο, καθώς οι γυναίκες πλησιάζουν για να τον δαγκώσουν. Η σκηνή αποκαλύπτει μια βασική αντίφαση του βιβλίου – η επιθυμία δεν παρουσιάζεται ως ασφαλής ή απελευθερωτική, αλλά ως κάτι που μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή.
Αντίστοιχα, η μεταμόρφωση της Lucy σε βρικόλακα συνοδεύεται από μια αλλαγή στη συμπεριφορά και την παρουσία της. Η άλλοτε γλυκιά και αθώα νεαρή γυναίκα αποκτά μια επιθετική, αισθησιακή γοητεία, η οποία αντιμετωπίζεται από τους υπόλοιπους χαρακτήρες ως κάτι τρομακτικό. Μέσα από τη Lucy, ο Stoker συνδέει τη γυναικεία σεξουαλική επιθυμία με την απειλή απέναντι στην καθιερωμένη κοινωνική τάξη.
Στο μυθιστόρημα, επομένως, ο ερωτισμός είναι αναπόσπαστο μέρος του τρόμου. Το σώμα γίνεται πεδίο σύγκρουσης, η οικειότητα μετατρέπεται σε παραβίαση και η επιθυμία συνδέεται με την απώλεια της αυτονομίας. Υπάρχει, όμως, μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να χρησιμοποιείς τον ερωτισμό ως πηγή τρόμου και στο να παρουσιάζεις τον ίδιο τον θύτη ως ιδανικό εραστή.

Πότε αρχίσαμε να ερωτευόμαστε το τέρας;
Η σύνδεση αυτή δεν έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο Bela Lugosi, στην κινηματογραφική εκδοχή του 1931, έδωσε στο Δράκουλα μια αριστοκρατική, υπνωτιστική γοητεία, ενώ ο Christopher Lee, στις ταινίες της Hammer, ενίσχυσε τη σωματικότητα και τον αισθησιασμό του χαρακτήρα. Ο βρικόλακας παρέμενε επικίνδυνος, αλλά πλέον ήταν και γοητευτικός.
Μία από τις καθοριστικότερες στιγμές αυτής της εξέλιξης ήρθε το 1992, με το Bram Stoker’s Dracula του Francis Ford Coppola. Παρά τον τίτλο του, η ταινία προσθέτει κάτι που δεν υπάρχει στο πρωτότυπο μυθιστόρημα, μία τραγική ιστορία χαμένης αγάπης. Ο Δράκουλας του Gary Oldman αναζητά στη Mina, την οποία υποδύεται η Winona Ryder, τη μετενσάρκωση της νεκρής αγαπημένης του.

Ξαφνικά, το τέρας αποκτά ένα ρομαντικό κίνητρο. Η βία του δεν εξαφανίζεται, αλλά πλαισιώνεται από τον πόνο, την απώλεια και την υπόσχεση ενός έρωτα που υπερβαίνει τον θάνατο. Ο θεατής δεν καλείται μόνο να τον φοβηθεί, αλλά και να τον συμπονέσει. Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αλλαγή σε σχέση με το βιβλίο. Στον Stoker, η ερωτική έλξη αποτελεί μέρος της απειλής που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Στον Coppola, γίνεται ένας από τους λόγους για τους οποίους ο θεατής μπορεί να ταυτιστεί συναισθηματικά με το Δράκουλα. Αυτό που στο μυθιστόρημα προκαλεί τρόμο, στην ταινία μπορεί να προκαλέσει συγκίνηση.
Ακόμη και η σχέση εξουσίας ανάμεσα στον βρικόλακα και στο θύμα αποκτά διαφορετικό νόημα. Η εμμονή μπορεί να διαβαστεί ως αφοσίωση, η κατοχή ως πάθος και η αιώνια καταδίκη ως απόδειξη μιας αγάπης που δεν γνωρίζει όρια. Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι η ταινία αφαιρεί τη σκοτεινή πλευρά του Δράκουλα, αλλά ότι μας επιτρέπει να τη δούμε μέσα από ένα ρομαντικό πρίσμα. Αυτή η ανάγνωση δεν ξεκίνησε αποκλειστικά από τον Coppola, αλλά η ταινία του την καθιέρωσε με έναν ιδιαίτερα επιδραστικό τρόπο. Και ενίσχυσε μια οικεία πλέον φαντασίωση, τον επικίνδυνο, σκοτεινό άνδρα που μπορεί να γίνει τρυφερός χάρη στην αγάπη.
Από τον Edward Cullen του Twilight μέχρι τους morally grey ήρωες του σύγχρονου romantasy, η ποπ κουλτούρα έχει επενδύσει επανειλημμένα σε αυτή την αντίφαση. Η απειλή μετατρέπεται σε γοητεία, η εμμονή σε αφοσίωση και η επικινδυνότητα σε στοιχείο ερωτικής έντασης. Δεν πρόκειται απαραίτητα για ταύτιση της φαντασίας με τις πραγματικές σχέσεις. Η μυθοπλασία μάς επιτρέπει να εξερευνούμε φόβους και επιθυμίες από ασφαλή απόσταση. Παρ’ όλα αυτά, έχει ενδιαφέρον το πόσο συχνά οι ιστορίες μάς προσκαλούν να δούμε την κυριαρχία μέσα από ένα ρομαντικό φίλτρο. Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει το ότι, πολλές φορές, η γοητεία του τέρατος βασίζεται ακριβώς στην πεποίθηση πως η αγάπη μπορεί να τον αλλάξει.
Κάθε εποχή έχει το Δράκουλα της
Η νέα παραγωγή της Audible έρχεται να προστεθεί σε αυτή τη μακρά ιστορία επανερμηνείας. Έχει, μάλιστα, μια ενδιαφέρουσα σχέση με τη μορφή του αρχικού βιβλίου. Ένα μυθιστόρημα που βασίζεται σε διαφορετικές γραπτές μαρτυρίες μετατρέπεται σε μια ηχητική εμπειρία. Ταυτόχρονα, η επιλογή ενός ηθοποιού όπως ο Jonathan Bailey, ήδη συνδεδεμένου με ρομαντικούς ρόλους, δημιουργεί αναπόφευκτα νέους συνειρμούς γύρω από τον χαρακτήρα.
Σε μια εποχή όπου το BookTok, τα fan edits και η κουλτούρα των fandoms μπορούν να δώσουν νέα ζωή ακόμη και σε έργα ηλικίας ενός αιώνα, ο Δράκουλας παραμένει ιδανικό υλικό για ανακάλυψη εκ νέου. Είναι αναγνωρίσιμος, μυστηριώδης και αρκετά ευέλικτος ώστε να μπορούν να του δοθούν διαφορετικές ερμηνείες. Άλλοτε αντιπροσωπεύει τον φόβο του αγνώστου και άλλοτε την απαγορευμένη επιθυμία.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η εξήγηση της διαχρονικότητάς του. Ο Δράκουλας δεν επιβιώνει επειδή παραμένει αναλλοίωτος, αλλά επειδή κάθε γενιά τον μεταμορφώνει σύμφωνα με τις δικές της ανησυχίες και φαντασιώσεις. Ο Stoker έγραψε για ένα τέρας που έπρεπε να καταστραφεί. Εμείς, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, εξακολουθούμε να αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαμε να το αγαπήσουμε.








































































