Βρέχει, μαμά. Και ομπρέλα πάλι δεν πήρα. Πάλι ξεχάστηκα. Βράχηκα πολύ,μαμά. Αρρώστησα,μαμά. Και πλάι μου σε θέλω. Κάθε τέτοιες νύχτες μου λείπουν οι αγκαλιές μας στο κρεβάτι, περιμένοντας ν’ανέβει ο μπαμπάς να πάρει τη θέση που του ανήκει. Μου λείπει που τ’άρωμά σου δεν γλυκαίνει την αναπνοή μου καθώς το οσφρίζομαι. Και κάθε νύχτα περνά κάπως αδιάφορα μέσα στην πολυκατοικία της ψυχρής πόλης. Προσπαθώ ακόμη. Αγωνίζομαι κάθε μέρα. Να επιβιώσω, να βελτιωθώ, να αγαπήσω με ανιδιοτέλεια τον κόσμο όπως ήσυχα και σιωπηλά μου μάθαινες από παιδί. Ύψιστη διδαχή απλά και μόνον η ματιά σου. Προσπαθώ να σε κάνω περήφανη, να σου δώσω αυτό που πάντοτε ονειρευόσουν για το παιδί σου. Επιτυχία, ευτυχία, χαμόγελα, δύναμη.

Αγωνίζομαι με σθένος,μαμά. Πολεμάω την κακία, προσπαθώ να μην μετατραπώ στο τέρας που μου υποδεικνύουν. Πάντοτε το χέρι σου με κρατάει πίσω και δεν προχωράω σε ‘κείνους τους δρόμους που το μίσος κατέστρεψε κι έμειναν ερείπια. Σφίγγω τα δόντια και με υπομονή χαμογελώ ακόμη κι όταν με περιγελούν. Μου ‘δωσες τέτοια δύναμη, μαμά, κι έμαθα να ακούω καλά προτού έστω μια λέξη αρθρώσω. Γελούν μαζί μου και με πονάνε, μαμά. Μα η θύμησή σου ευωδιάζει τον βρώμικο χώρο, ηρεμεί τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, σκεπάζει τα μάτια μου απ’τον βλαβερό ήλιο του καλοκαιριού, διώχνει τα σύννεφα, κοπάζει τον αέρα κι η βροχή δίνει τη θέση της σε όμορφα χρώματα. Ελέγχεις τα πάντα με τα χάδια σου.

Μητέρα μου, πόσο φρικτὰ βαραίνει ἡ μοίρα σου στὸ νεανικό μου στῆθος. Ὅλοι μου οἱ πόνοι καταφεύγουν πλῆθος γύρω στὴ θύμησή σου ποὺ πικραίνει.   Ἐμένα, ποὺ σὲ δέχτηκα εὐλογία κ᾿ ἔγινα τὸ θαυμάσιο ὁμοίωμά σου, ἂς μὲ δεχτῆ σὰ νἆμαι ἁμάρτημά σου ἡ μνήμη σου, μαρτυρικὴ κι᾿ ἁγία.   Στὴ μοίρα σου, ποὺ γνώρισα σὲ μένα, τὴ σπαραγμένη σκέψη μου προσφέρω. Μὰ στὴν καρδιά μου μόνο ἐγὼ θὰ ξέρω πόσους μετροῦν νεκροὺς τἀγαπημένα.   Μητέρα μου, πόσο μου λείπεις τώρα ποὺ πνιχτικό, βαθὺ σκότος θὰ γίνη στὴ μάταιη ζωή μου ποὺ ὅλο σβήνει… Ἄχ, πώς μου λείπεις σὲ μία τέτιαν ὥρα. 

-Μαρία Πολυδούρη

Περπατώ και δίπλα μου γεννώ φωτιές. Κι έρχεσαι εσύ να κατατροπώσεις άλλη μια φορά την καταστροφή. Από παιδί, θυμάμαι, είχες τούτη την ικανότητα, να μετατρέπεις το σύνθετο σε απλό, να σβήνεις τις φωτιές, να ξεβάφεις τους τοίχους όταν αποφάσιζα με τις κηρομπογιές μου να παίξω τον Πικάσο στον καμβά του σπιτιού, να μην με μαλώνεις όταν έσπαγα ένα ποτήρι και φοβόμουν την αντίδρασή σου αλλά να χαμογελάς, να με συμπονάς ακόμη κι όταν ο λόγος που “πονούσα” ήταν κάπως δραματικά ανούσιος, να μου βρίσκεις λύση σε κάθε μου πρόβλημα, να με βοηθάς στο διάβασμα και πάνω απ’όλα ν’ ανέχεσαι τον ατίθασο χαρακτήρα μου και να μ’αγαπάς κι από πάνω. Τέτοιο μεγαλείο δεν έχω βρει πουθενά αλλού. Κι εσύ μεγάλωσες μαζί μου κι από μικρό άμαθο κορίτσι έγινες η ηρωίδα ενός παιδιού, του δικού σου. Κι έχουν περάσει τα χρόνια κι εγώ δεν ονειρεύομαι τίποτα παραπάνω από το να σε βγάλω ασπροπρόσωπη. Προσπαθώ να σου δείξω πως ο κόπος σου δεν ήταν μάταιος.

Λένε πως τα παιδιά είναι τα δώρα του Θεού στους γονείς μα εγώ δεν θωρώ κανέναν άλλο να είναι τόσο σπουδαίο δώρο όσο είσαι εσύ για ‘μένα. Τόσο απαραίτητος συνοδοιπόρος, τόσο αληθινός κι ατόφιος. Είσαι κάτι παραπάνω από πολύτιμος λίθος, ένα διαμάντι που καθημερινά μου δείχνει την αξία του. Και δεν σου μοιάζω, μαμά μου. Ποτέ μου δεν σου έμοιαζα. Ούτε εμφανισιακά, ούτε ψυχικά. Ρουφάω σα σφουγγάρι τα λόγια σου μόνο και γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. Πάντα έλεγες πως αν από τα 10 που λες, εγώ κρατήσω τα 5 θα ‘μαι ευτυχισμένη. Ευτυχισμένη είμαι πλάι σου. Γιατί ακόμη και στα λάθη μου,μαμά, θα ‘χω την αγκαλιά σου ζεστή κι ανοιχτή ανά πάσα στιγμή. Πάντα με συγχωρούσες και ξεπερνούσες τις πληγές που σου άνοιγα. Τις έραβες με κλωστές και μάτωνες περισσότερο, οι πληγές κακοφορμούσαν μα εσύ και πάλι άντεχες. Για ΄μένα. Εσύ μου έδειχνες πάντοτε τί αξίζω κι ό,τι κατάφερα ως σήμερα χωρίς εσένα θα ‘ταν απλώς μια αυταπάτη. Οι γραμμές αυτές ένα μηδαμινό ευχαριστώ για όλες εκείνες τις στιγμές που μέσα στον πόνο σου, κοίταξες να ‘ναι η κόρη σου καλά. Τόση αυθεντικότητα, μαμά.

Μακριά σου βρέχει και κάθε στάλα της βροχής είναι κι ένας νέος καημός, ένα πρόβλημα, ένας αγώνας δίχως όρια. Βρέχει,μαμά και απ’τη βροχή δεν μπορώ να προστατευτώ. Μεγάλωσα πια και ευθύνες πρέπει ν’αναλάβω. Μα όσο κι αν μεγαλώσω, μαμά το βλέμμα μου σαν σε κοιτάζω θα μένει ίδιο. Κάπως αθώο, κάπως αφελές. Μια ωδή στην ευτυχία κάθε ηχηρό γέλιο σου, ένα σιωπηλό κλάμα με λυγμούς που με πνίγουν η απουσία του. Μια ζωή πλάι σου είν’ πιο όμορφη, συναρπαστική. Βρέχει, μαμά. Ακόμα σε χρειάζομαι. Θα βάλω το αδιάβροχο, θα φορέσω την κουκούλα μα το πρόσωπό μου θέλω κάθε στάλα να νιώσει. Δεν είμαι από ζάχαρη, μαμά. Θ’αντέξω. Μόνο γιατί σ’έχω δίπλα μου να μου κρατάς το χέρι.

13