Πριν γίνει η Μαρία Κάλλας, πριν γίνει η «La Divina», πριν τα μεγάλα θέατρα σηκωθούν όρθια για εκείνη, ήταν ένα κορίτσι που μεγάλωνε ανάμεσα σε απαιτήσεις, σιωπές και πληγές. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, στις 2 Δεκεμβρίου 1923, από Έλληνες γονείς, τον Γιώργο και την Ευαγγελία Καλογεροπούλου. Το όνομά της τότε ήταν Μαρία Άννα Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου· ένα όνομα μεγάλο, σαν να προμήνυε μια ζωή που δεν θα χωρούσε ποτέ στα συνηθισμένα.

Παιδί χωρίς καταφύγιο
Στο σπίτι υπήρχαν εντάσεις, προσδοκίες, συγκρίσεις. Η μητέρα της, φιλόδοξη και αυστηρή, διέκρινε νωρίς τη φωνή της και την πίεζε να τραγουδά. Η Μαρία όμως δεν μεγάλωσε ως το όμορφο, καλομαθημένο κορίτσι που περίμενε απλώς να θαυμαστεί. Αντίθετα, συχνά ένιωθε πως βρισκόταν στη σκιά της μεγαλύτερης αδελφής της, πως έπρεπε να αποδείξει την αξία της με κάτι περισσότερο από την εμφάνιση, τη χάρη ή την κοινωνική αποδοχή.

Το 1937, οι γονείς της χώριζουν, η μητέρα της πήρε τη Μαρία και την αδελφή της και επέστρεψαν στην Αθήνα. Εκεί, μέσα σε μια Ελλάδα που σύντομα θα βυθιζόταν στη φτώχεια και την Κατοχή, η Μαρία άρχισε να σπουδάζει μουσική. Πρώτα στο Εθνικό Ωδείο με τη Μαρία Τριβέλλα και αργότερα στο Ωδείο Αθηνών με την Ισπανίδα σοπράνο Ελβίρα ντε Ιδάλγο, η οποία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωσή της.
Δεν ήταν εύκολη μαθήτρια επειδή είχε εύκολη ζωή. Ήταν πειθαρχημένη επειδή δεν είχε άλλη επιλογή. Η φωνή της έγινε το καταφύγιό της, το όπλο της, η μόνη της περιουσία. Την εποχή εκείνη, μια γυναίκα συνήθως έπρεπε να είναι όμορφη, υπομονετική, «καθώς πρέπει». Έπρεπε να βρει έναν καλό γαμπρό, μια καλή οικογένεια, μια ασφάλεια που θα την αποκαθιστούσε κοινωνικά. Η Μαρία δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Δεν είχε την προστασία ενός σταθερού οικογενειακού πλαισίου ούτε την κοινωνική ευκολία που συχνά άνοιγε δρόμους για τις γυναίκες της εποχής. Έπρεπε να βρει άλλο τρόπο. Και τον βρήκε.

Στην Κατοχή
Στα χρόνια της Κατοχής, η Αθήνα πεινούσε. Η καθημερινότητα ήταν σκληρή, και η επιβίωση δεν ήταν θεωρία αλλά αγώνας. Η Μαρία, ακόμη πολύ νέα, άρχισε να εμφανίζεται στη σκηνή και να πληρώνεται έστω και λίγο, βοηθώντας έτσι και την οικογένειά της. Το 1941 έκανε την πρώτη της επαγγελματική εμφάνιση στην οπερέτα Boccaccio του Φραντς φον Σουπέ, ενώ το 1942 τραγούδησε τον πρώτο μεγάλο της ρόλο ως Τόσκα στην Εθνική Λυρική Σκηνή.
Εκείνη η νεαρή κοπέλα δεν είχε ακόμη τη λάμψη της ντίβας. Είχε όμως κάτι πολύ πιο δυνατό: αντοχή. Άντεχε την κριτική, τις δυσκολίες, τις ειρωνείες, τις κλειστές πόρτες. Άντεχε ανθρώπους που δεν την πίστευαν, καταστάσεις που θα μπορούσαν να τη λυγίσουν, μια εποχή που δεν χάριζε τίποτα σε κανέναν — πόσο μάλλον σε μια γυναίκα που δεν ταίριαζε στο πρότυπο της «εύκολα αποδεκτής» θηλυκότητας.
Η Μαρία δεν γεννήθηκε σε μια εποχή που οι γυναίκες ενθαρρύνονταν να κατακτήσουν τον κόσμο. Γεννήθηκε σε μια εποχή που η γυναίκα έπρεπε πρώτα να αρέσει, μετά να σιωπά και ύστερα να προσαρμόζεται. Η ομορφιά μπορούσε να γίνει διαβατήριο. Ο γάμος μπορούσε να γίνει κοινωνική σωτηρία. Ο «καλός γαμπρός» ήταν, για πολλές, η μόνη βέβαιη προοπτική.
Η Μαρία όμως δεν στηρίχθηκε σε αυτό. Δεν περίμενε να την επιλέξουν. Επέλεξε η ίδια τον δρόμο της. Και αυτός ο δρόμος περνούσε μέσα από τη φωνή της. Μια φωνή που δεν ήταν απλώς ωραία. Ήταν τραγική, βαθιά, ανθρώπινη, σχεδόν πληγωμένη. Όταν τραγουδούσε, δεν έλεγε απλώς νότες. Έλεγε ιστορίες γυναικών που αγάπησαν, προδόθηκαν, πάλεψαν, θυσιάστηκαν. Ίσως γιατί, κατά βάθος, τις καταλάβαινε.

Η στιγμή της λάμψης της
Μετά τον πόλεμο, η Κάλας έφυγε ξανά στο εξωτερικό κυνηγώντας αυτό που τότε έμοιαζε αδύνατο: μια διεθνή καριέρα. Το 1947 τραγούδησε τη La Gioconda στην Αρένα της Βερόνας, μια εμφάνιση που αποδείχθηκε καθοριστική για την πορεία της. Από εκεί και πέρα, η φωνή της άρχισε να ταξιδεύει σε μεγάλες σκηνές, σε μεγάλες πόλεις, σε μεγάλα ονόματα της μουσικής. Δεν έγινε διάσημη επειδή της χαρίστηκε ο κόσμος. Έγινε διάσημη επειδή ανάγκασε τον κόσμο να την ακούσει. Με την τεχνική της, τη δραματικότητά της, την παρουσία της, άλλαξε τον τρόπο που το κοινό αντιλαμβανόταν την όπερα. Δεν ήταν μόνο σοπράνο. Ήταν ηθοποιός, σώμα, βλέμμα, πόνος, ένταση. Ήταν μια γυναίκα που ανέβηκε στη σκηνή όχι για να φανεί όμορφη, αλλά για να υπάρξει ολόκληρη.
Ο Έρωτας και ο Αριστοτέλης
Μέσα από την όπερα, η Μαρία Κάλλας γνώρισε μεγάλα πρόσωπα, ισχυρούς ανθρώπους, κύκλους στους οποίους λίγοι είχαν πρόσβαση. Και κάπως έτσι ήρθε μπροστά στον μεγάλο της έρωτα: τον Αριστοτέλη Ωνάση. Γνωρίστηκαν το 1957, σε μια περίοδο που και οι δύο ήταν ακόμη παντρεμένοι. Η σχέση τους έγινε γρήγορα αντικείμενο συζήτησης, θαυμασμού, κουτσομπολιού, αλλά και σκληρής έκθεσης στον Τύπο.
Για τη Μαρία, ο Ωνάσης δεν ήταν απλώς ένας ισχυρός άνδρας. Ήταν ο άνδρας τον οποίο πίστεψε και στον οποίο αφαίθηκε, συναισθηματικά. Εκείνη, που είχε μάθει να παλεύει μόνη. Ίσως για πρώτη φορά θέλησε να είναι όχι “η Κάλλας”, όχι “η Ντίβα”, όχι “το φαινόμενο”, αλλά απλώς η Μαρία. Μια γυναίκα που αγαπά και θέλει να αγαπηθεί.

Όμως ο Ωνάσης δεν της φέρθηκε με την αφοσίωση που εκείνη άξιζε. Το 1968 παντρεύτηκε την Τζάκι Κένεντι, αφήνοντας τη Μαρία βαθιά πληγωμένη μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασής της και με την εφημερίδα στο χέρι. Η σχέση τους, σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, δεν έσβησε ποτέ εντελώς, όμως η πληγή από αυτό το τρίγωνο είχε ήδη γίνει μέρος του μύθου της.
Η Γυναίκα που Έμεινε Όρθια
Και όμως, η Κάλλας δεν πρέπει να θυμόμαστε μόνο ως τη γυναίκα που προδόθηκε. Πρέπει να τη θυμόμαστε ως τη γυναίκα που στάθηκε όρθια. Που δεν είχε την εύκολη ομορφιά ως ασπίδα, δεν είχε τον «καλό γαμπρό» ως λύση, δεν είχε μια ζωή στρωμένη. Είχε μια φωνή και με αυτή τη φωνή έχτισε έναν ολόκληρο κόσμο.

Στα τελευταία της χρόνια έζησε πιο απομονωμένη στο Παρίσι, μακριά από τη μεγάλη λάμψη της σκηνής. Πέθανε το 1977, μόλις 53 ετών. Όμως δεν έφυγε πραγματικά, διότι γυναίκες σαν τη Μαρία Κάλλας δεν τελειώνουν με μια ημερομηνία. Μένουν ως σύμβολα. Όχι επειδή ήταν αλάνθαστες, αλλά επειδή ήταν βαθιά ανθρώπινες.
Η Μαρία Κάλλας έγινε αυτό που η εποχή της δεν περίμενε από μια γυναίκα: αυτοδημιούργητη, παγκόσμια, αξέχαστη. Δεν περίμενε να τη σώσει κανείς. Έσωσε τον εαυτό της μέσα από τη φωνή της και τελικά, αυτή η φωνή έγινε η αιωνιότητά της.
by Joan Lio




