Η Διοτίμα της Μαντίνειας είναι μία από εκείνες τις γυναικείες μορφές της αρχαιότητας που μοιάζουν να στέκονται στο όριο ανάμεσα στην ιστορία και τον θρύλο. Δεν γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή της, και ίσως ακριβώς αυτό να κάνει την παρουσία της ακόμη πιο γοητευτική. Εμφανίζεται μέσα από τα λόγια του Πλάτωνα, στο έργο του «Συμπόσιον», όχι ως απλή φιλοσοφική φιγούρα, αλλά ως μια γυναίκα σοφή, βαθιά μυημένη στα μυστικά του Έρωτα, της ψυχής και της ανθρώπινης επιθυμίας.

Το όνομά της συνδέεται με τη Μαντίνεια της Αρκαδίας, όμως πέρα από αυτή την καταγωγή οι πηγές σωπαίνουν. Δεν γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι γονείς της, ποια ήταν η οικογένειά της, ούτε με ποιον τρόπο έλαβε την παιδεία και τη γνώση που φαίνεται να κατέχει. Αυτή η σιωπή των πηγών απλώνεται γύρω της σαν σκοτεινό, λεπτό πέπλο· όχι για να την εξαφανίσει, αλλά για να την κάνει πιο έντονη. Η Διοτίμα δεν μας παραδίδεται ως μια γυναίκα με πλήρη βιογραφία, αλλά ως μια φωνή. Και αυτή η φωνή, παρά τη λιγοστή της εμφάνιση, άφησε ένα από τα πιο δυνατά ίχνη στην ιστορία της φιλοσοφίας.
Η Διοτίμα και ο Σωκράτης
Στην αρχαία Ελλάδα, και ιδιαίτερα στον αθηναϊκό κόσμο, η δημόσια παρουσία των γυναικών ήταν περιορισμένη. Οι γυναίκες σπάνια εμφανίζονταν ως δασκάλες φιλοσοφίας ή ως φορείς ανώτερης θεωρητικής γνώσης. Γι’ αυτό και η Διοτίμα ξεχωρίζει. Ο Πλάτων δεν την παρουσιάζει απλώς ως γυναίκα με γνώση, αλλά ως πρόσωπο με αυθεντία. Η σοφία της φαίνεται να συνδέεται όχι μόνο με τη φιλοσοφία, αλλά και με τη θρησκευτική ή μυστική εμπειρία. Ο Σωκράτης αναφέρει ότι η Διοτίμα είχε γνώσεις τελετουργικές και μαντικές, ακόμη και δύναμη να συμβουλεύει τους Αθηναίους σε κρίσιμες στιγμές. Αυτή η εικόνα την τοποθετεί σε έναν ιδιαίτερο χώρο: δεν είναι απλώς φιλόσοφος με τη συνηθισμένη έννοια, ούτε απλώς ιέρεια. Είναι κάτι πιο ενδιάμεσο, όπως ακριβώς ενδιάμεσος παρουσιάζεται και ο ίδιος ο Έρως στη διδασκαλία της. Στέκεται ανάμεσα στη γνώση και στο μυστήριο, ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο θεϊκό, ανάμεσα σε αυτό που μπορεί να ειπωθεί καθαρά και σε εκείνο που μόνο υπονοείται.

Η σχέση της με τον Σωκράτη είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της παρουσίας της. Στο «Συμπόσιον», ο Σωκράτης, ο άνθρωπος που συνήθως εμφανίζεται να ελέγχει, να ρωτά και να οδηγεί τους άλλους στη γνώση, παραδέχεται πως για τον Έρωτα είχε ο ίδιος δασκάλα. Και αυτή η δασκάλα ήταν η Διοτίμα. Αυτό από μόνο του είναι σπουδαίο. Ο Πλάτων βάζει τον Σωκράτη να υποχωρεί μπροστά στη σοφία μιας γυναίκας και να αναγνωρίζει ότι όσα γνωρίζει για τον Έρωτα τα έμαθε από εκείνη.
Η Διοτίμα δεν εμφανίζεται άμεσα στον διάλογο· εμφανίζεται μέσα από την αφήγηση του Σωκράτη. Είναι σαν να ακούμε τη φωνή της από απόσταση, σαν να έρχεται από έναν παλαιότερο χρόνο, από έναν χώρο σχεδόν μυητικό. Ο διάλογός τους δεν είναι απλή συζήτηση· μοιάζει περισσότερο με διδασκαλία μύησης. Η Διοτίμα δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις. Οδηγεί τον Σωκράτη βήμα βήμα, τον αναγκάζει να δει ότι ο Έρως δεν είναι αυτό που οι περισσότεροι νομίζουν.

Η θεωρία της περί Έρωτος
Στην καρδιά της διδασκαλίας της Διοτίμας βρίσκεται μια ανατρεπτική ιδέα: ο Έρως δεν είναι θεός τέλειος, πανέμορφος και αυτάρκης. Αντίθετα, ο Έρως είναι έλλειψη, αναζήτηση, πόθος για κάτι που δεν κατέχουμε. Αν αγαπάμε το ωραίο, είναι επειδή το επιθυμούμε. Αν επιθυμούμε το αγαθό, είναι επειδή δεν το έχουμε πλήρως. Έτσι, η Διοτίμα παρουσιάζει τον Έρωτα όχι ως τελειότητα, αλλά ως δύναμη που κινείται προς την τελειότητα. Είναι παιδί της Πενίας και του Πόρου: φτωχός και ανικανοποίητος από τη μία, ευρηματικός και τολμηρός από την άλλη. Αυτή η εικόνα είναι βαθιά ανθρώπινη. Ο Έρως δεν είναι ήρεμος· είναι ανήσυχος. Δεν κάθεται στο φως· το κυνηγά. Δεν είναι η ομορφιά η ίδια· είναι η δίψα για την ομορφιά.

Για τη Διοτίμα, ο έρωτας δεν σταματά στο σώμα. Αρχίζει συχνά από εκεί, από την έλξη προς ένα ωραίο πρόσωπο ή ένα ωραίο σώμα, αλλά δεν πρέπει να φυλακιστεί εκεί. Ο αληθινός έρωτας είναι μια πορεία ανύψωσης. Ο άνθρωπος ξεκινά αγαπώντας την ομορφιά ενός σώματος, ύστερα καταλαβαίνει ότι η ομορφιά υπάρχει σε πολλά σώματα, έπειτα στρέφεται στην ομορφιά της ψυχής, μετά στην ομορφιά των νόμων, των πράξεων, της γνώσης και της αρετής. Στο τέλος αυτής της πορείας, αν η ψυχή αντέξει να προχωρήσει, φτάνει στη θέαση του ίδιου του Ωραίου: όχι ενός ωραίου πράγματος, όχι ενός προσώπου που γερνά και χάνεται, αλλά της καθαρής, αιώνιας και αμετάβλητης Ομορφιάς.
Αυτή είναι η περίφημη «κλίμακα του έρωτα». Δεν πρόκειται για άρνηση του σωματικού έρωτα, αλλά για υπέρβασή του. Η Διοτίμα δεν περιφρονεί το σώμα· το θεωρεί πρώτο σκαλοπάτι. Όμως προειδοποιεί, σχεδόν σιωπηλά, ότι όποιος μείνει μόνο εκεί θα χάσει το βαθύτερο νόημα. Ο έρωτας, στη δική της σκέψη, είναι δύναμη δημιουργίας. Οι άνθρωποι επιθυμούν να γεννήσουν μέσα στο ωραίο: άλλοι παιδιά, άλλοι έργα, νόμους, αρετές, ιδέες, λόγους που μπορούν να επιβιώσουν περισσότερο από το σώμα. Ο έρωτας, λοιπόν, είναι και μια μάχη απέναντι στη φθορά. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο θνητός άνθρωπος προσπαθεί να αγγίξει κάτι από την αθανασία.

Αινιγματική παρουσία
Η Διοτίμα προσέφερε στη φιλοσοφία μία από τις πιο βαθιές και διαχρονικές θεωρίες για τον Έρωτα. Μέσα από εκείνη, ο έρωτας παύει να είναι μόνο πάθος ή επιθυμία και γίνεται δρόμος γνώσης, αυτογνωσίας και πνευματικής ανόδου. Δεν ξέρουμε αν υπήρξε πραγματικά όπως την περιγράφει ο Πλάτων ή αν ήταν μια φιλοσοφική μορφή που δημιούργησε για να δώσει φωνή σε μια ανώτερη διδασκαλία. Δεν ξέρουμε πώς έζησε, ποιοι ήταν οι δικοί της άνθρωποι, ούτε πώς πέθανε. Ο θάνατός της παραμένει άγνωστος, όπως άγνωστο παραμένει και μεγάλο μέρος της ζωής της. Κι όμως, ίσως αυτό να ταιριάζει στη Διοτίμα. Δεν εμφανίστηκε στην ιστορία για να μας αφήσει μια βιογραφία, αλλά μια ιδέα: ότι ο έρωτας δεν είναι απλώς αυτό που μας καίει, αλλά αυτό που μπορεί να μας ανυψώσει. Και μέσα σε αυτή τη λεπτή, σκοτεινή λάμψη της παρουσίας της, η Διοτίμα παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο μυστηριώδεις και δυνατές γυναικείες φωνές της αρχαίας ελληνικής σκέψης.
by Joan Lio




