Καρυωτάκης-Πολυδούρη: Ο γνωστότερος ανεκπλήρωτος έρωτας της ελληνικής ποίησης.

Ο πιο γλυκόπικρος έρωτας της ελληνικής ποίησης δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα διεθνή και παγκοσμίου φήμης κλασσικά έργα. Ένας έρωτας που μέχρι σήμερα ξεχωρίζει και οδηγεί στη συζήτηση... Ποιος ήταν πιο ερωτευμένος; Ο Καρυωτάκης ή η Πολυδούρη;

Εκείνος την έλεγε “Μαρίκα μου”, εκείνη “Τάκη μου”, δύο νέοι που δεν κατάφεραν ποτέ να είναι μαζί και αυτοκτόνησαν σε πολύ νεαρή ηλικία. Εκείνος στα 32 του στις 21 Ιουλίου του 1928 αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας και διαβάζοντας την εφημερίδα του, πήγε σε μια κοντινή παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Εκείνη μη μπορώντας να αντέξει την απώλεια δίνει τέλος στη ζωή της στις 29 Απριλίου του 1930 μέσω ένεσης μορφίνης στην κλινική Χρηστομάνου στα Πατήσια. Η ίδια είχε ζητήσει λίγο νωρίτερα από τον καλό της φίλο και «αιώνιο θαυμαστή» της, Βασίλη Γεντέκο, να της προμηθεύσει το ναρκωτικό στο θεραπευτήριο όπου βρισκόταν, καθώς είχε προσβληθεί από φυματίωση και δεν μπορούσε να αντέξει το χαμό του αγαπημένου της. Ήταν μόλις 28 ετών. Εκείνος ήταν ο Κώστας Καρυωτάκης, ο σημαντικότερος ποιητής της Γενιάς του ’20, ο «μεγάλος ποιητής» όπως τον αποκάλεσε ο άλλοτε επικριτής του Ανδρέας Εμπειρίκος, και αυτή η Μαρία Πολυδούρη, μία από τις πρώτες φεμινίστριες στην Ελλάδα.

Γνωρίστηκαν τον Δεκέμβριο του 1921 στη Νομαρχία Αθηνών, όπου εργάζονταν ως δημόσιοι υπάλληλοι. Η Μαρία ήταν μόλις 20, ο έρωτας που αναπτύσσεται μεταξύ τους από τον Ιανουάριο του 1922 είναι σφοδρός και το πάθος της για εκείνον καθηλωτικό. Στάθηκε κοντά του και προσπάθησε να “επουλώσει τα ψυχικά τραύματα” του, αγνοώντας την αρρώστια του, και καθετί που θα μπορούσε να αποτελέσει εμπόδιο στην χαρά τους, ενώ θαύμαζε πάνω από όλα το μεγαλείο του. Τον έβλεπε να αντέχει την ήττα με αξιοπρέπεια, την κριτική με ψυχραιμία και θεωρούσε κάθε συναισθηματικό του δισταγμό απέναντί της, βαθιά ένδειξη της αθωότητάς του. Μαζί του βίωνε τον πραγματικό έρωτα. Εκείνη με τον τρόπο της, την έντονη ζωή της, το ταπεραμέντο και τον χαρακτήρα της τον έμαθε να ζει και όχι απλώς να επιβιώνει, όπως συνήθιζε.

Η σκέψη και η ποίηση του Καρυωτάκη γοήτευσε τη νεαρή ποιήτρια, ενώ εκείνος από την πλευρά του, ερωτεύτηκε την όμορφη κοπέλα με τα μαύρα μάτια και το εντυπωσιακό σώμα. Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ήταν πολύ έντονη, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Ο συνεσταλμένος νέος δεν μπορούσε να δεχτεί τον «προκλητικό» χαρακτήρα της αγαπημένης του. Η ζωή της Πολυδούρη κινδύνευε να στιγματίσει τον ποιητή στα μάτια του κόσμου. Η απελευθερωμένη κοπέλα, έφτασε σε σημείο να κάνει ακόμα και πρόταση γάμου στον Καρυωτάκη, πράγμα αδιανόητο για τα ήθη της τότε κοινωνίας. Ο ποιητής, αν και όπως φάνηκε από ποιήματά του, αγαπούσε την Πολυδούρη, αρνήθηκε τον έρωτά της. Αρχικά χρησιμοποίησε σαν πρόσχημα την καχεκτική του εμφάνιση και όταν δέχτηκε την επίσημη πρόταση από την αγαπημένη του, δεν τόλμησε να την παντρευτεί, γιατί όπως της είπε, έπασχε από αφροδίσιο νόσημα, με εκείνη να του απαντά ότι δεν μπορεί να σκεφτεί την ζωή της χωρίς εκείνον και του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά. Ο περήφανος Καρυωτάκης αρνείται αυτόν τον απαξιωτικό για εκείνον «συμβιβασμό». Η Πολυδούρη δεν τον πίστεψε και θεώρησε ότι ήταν μια δικαιολογία για να χωρίσουν. Το ποίημα του «Ωχρά Σπειροχαίτη», είναι σύμφωνα με τους μελετητές του έργου του, η απόδειξη ότι ο ποιητής έπασχε από σύφιλη.

Παρά την αρνητική του απάντηση στην πρόταση γάμου, ο Καρυωτάκης πρότεινε στην Πολυδούρη να συνεχίσουν τη φιλία τους. Εκείνη δέχτηκε, αλλά οι συναντήσεις τους μετά τον χωρισμό άρχισαν να αραιώνουν. Η κοπέλα πληγώθηκε πολύ και ένιωσε προδομένη και ταπεινωμένη. Η ζωή της καταρρέει, χάνει τη δουλειά της, παρατάει τη σχολή της, ενώ παρακολουθεί και μαθήματα θεάτρου, πράξη αρκετά αντίθετη με τα πρότυπα της εποχής. Αργότερα έφυγε για το Παρίσι, όπου συνέχισε την αντισυμβατική ζωή. Γυρνούσε στο σπίτι τα ξημερώματα και συναναστρεφόταν με αντρικές παρέες. Ένα βράδυ τη βρήκαν πεσμένη σε ένα σοκάκι του Παρισιού. Διαγνώστηκε με φυματίωση και λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, στο τότε σανατόριο Σωτηρία.

Στο μεταξύ ο Καρυωτάκης είχε βρεθεί στην Πρέβεζα για να ηρεμήσει, να ξεχάσει και να ζήσει μακριά από όλους και από όλα. Και τα κατάφερε, με έναν δικό του τρόπο. Το 1928 βρίσκεται σε μεγάλη απόγνωση. Η αλληλογραφία του με συγγενείς δείχνει την απέχθεια του προς την τοπική κοινωνία της Πρέβεζας και τον επαρχιώτικο τρόπο ζωής, καθώς και την ψυχολογική του κατάσταση εξαιτίας της ασθένειας του. Η απόφαση είχε παρθεί. Στην τελευταία του εξομολόγηση ανέφερε ότι πριν δοκιμάσει το πιστόλι, είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει στη θάλασσα, αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί ήξερε καλό κολύμπι.

Και οι δύο έφυγαν από τη ζωή βαθύτατα δυστυχισμένοι, πληγωμένοι και ερωτευμένοι, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο πρώτος δεν άντεξε την είδηση της αρρώστιας του και η δεύτερη την είδηση του θανάτου του. Έφυγαν και οι δύο μόνοι και άρρωστοι.

 ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΝΕΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟ ΧΩΡΙΣΜΟ:

Επιστολή της Πολυδούρη, από την Καλαμάτα, στον Καρυωτάκη:

Σάββατο βράδυ

Τάκη αγαπημένε μου! Πόσο μου φαίνεται χρόνος κάθε ώρα που περνώ μακριά σου! Επίστευα, πριν φύγω, πως δε θα σε θυμόμουν έτσι πολύ και με τόσο πόνο·
υπέθετα πως θα έβρισκα λίγα πράγματα,στον τόπο που κλείνει τη μισή μου ζωή, που θα μπορούσαν να μ’απασχολήσουν οπωσδήποτε ευχάριστα. Τίποτε δεν έχει ενδιαφέρον για μένα που δεν είναι από σένα, που δεν μιλεί για σένα, Τάκη. Ετοιμαζόμουν για να βγω έξω, στον καθρέφτη δε βλέπω το δικό μου, βλέπω το δικό σου πρόσωπο·
κατεβαίνω τη σκάλα, στέκω, μου φαίνεται πως σε βλέπω να ανεβαίνεις·
στο δρόμο συναντώ έναν γνωστό μου, με σταματά και μου μιλεί, γελώ, και σε μια στιγμή που τον κοιτάζω φεύγει το κεφάλι του, και το δικό σου πηγαίνει στη θέση του… Γελάς; […] Η ψυχή η δική σου, που είναι όμοια πονεμένη με τη δική μου, πώς δε θα μ’ένιωθε; δε θα συμπονούσε;
Το βραδάκι σήμερα είναι γλυκό, μελαγχολικό και η πνοή του απαλή σαν χάδι καλοσύνης… Πού είσαι;

Μαρίκα(28-5-22)

Επιστολή του Κ. προς την Πολυδούρη, γραμμένη πίσω από δύο δελτάρια που εικονίζουν ορεινά τοπία της Ιταλίας, συνοδευμένα από έντυπες λεζάντες ιταλικών στίχων:

Μαρίκα μου,


Έλαβα χθες το γράμμα σου του Σαββάτου. Μου μετέδωσε όλη τη λύπη σου. Γιατί να υποφέρεις έτσι; Πρέπει να υπομείνεις αυτό το χωρισμό, αφού δε θα διαρκέσει πολύ. Προσπάθησε να διασκεδάζεις. Βγαίνε όσο μπορείς συχνότερα έξω. Πήγαινε με τις φίλες σου. Θα φύγεις και θα νοσταλγήσεις πάλι την ωραία πατρίδα σου.
Χρυσή μου, γιατί με ρωτάς αν πονώ στη σκέψη ότι μ’αγαπάς έτσι; Πονώ επειδή σ’αγαπώ περσότερο από όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν’αγαπήσω. Τι έχω κάμει λοιπόν για να μη με πιστεύεις ακόμη;
Πόσο καλό μου κάνουν τα γράμματά σου, όσο κι αν είναι γεμάτα από τη μελαγχολία σου εκείνη! Και πόσο είναι όμορφα γραμμένα! Ένα “Τάκη” ή ένα “πού είσαι;”, καθώς τα βάζεις εκεί που πρέπει, φτάνουν ως την καρδιά μου.
Ήθελα πράγματι να ήμαστε, έστω και πουλιά, στο θαυμάσιο εκείνο τοπίο, όπως ήθελα να’ μαστε στο χωριό αυτό των Άλπεων, καλύτερα όμως -το ομολογώ- άνθρωποι, αλλά πιο απλοϊκοί, πιο ελεύθεροι από τώρα. Εν ανάγκη δε και Φρατέλοι. Τότε τουλάχιστο θα είχαμε την όμορφη αυτή γλώσσα να λέμε την αγάπη μας.

Με χίλια φιλιά
Κ.(1-6-22)
11
Ρούλα Βαθίστα
Ονομάζομαι Βαθίστα Ρούλα (από το Ζαχαρούλα αλλά ποτέ δεν με φωνάζουν έτσι) και είμαι 20 χρονών. Είμαι δευτεροετής φοιτήτρια στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ με τη σχολή να αποτελεί κύριο στόχο μου, αφού για χρόνια η Δημοσιογραφία ήταν το παιδικό και εφηβικό όνειρο μου. Στον ελεύθερο χρόνο μου αγαπώ να επισκέπτομαι καινούρια μαγαζιά και περιοχές, μου αρέσει επίσης να ακούω μουσική, να διαβάζω βιβλία και να γράφω για ό,τι μ αρέσει και με απασχολεί. Συνήθως θα με βρεις κάπου έξω από το σπίτι με ένα βιβλίο αγκαλιά. :)

Latest Articles

Διάβασε επίσης...