Exclusive Content:

ΑΛ – ΑΓΩΝΙΑ: Έρωτας και Μηδενισμός στην Ποίηση του Ηλία Ν. Μέλιου

                             «Εγώ δεν είμαι ποιητής είμαι στιχάκι

                                    είμαι στιχάκι της στιγμής

                                    πάνω σε τοίχο φυλακής

                                          και σε παγκάκι»

        Νίκος Παπάζογλου (σύνθ.-ερμην.), «Εγώ δεν είμαι ποιητής», στίχ.: Λάζαρος Ανδρέου

Παρ’ όλο που, στην ουσία του, ο όρος ποιητική γενιά αποτελεί ένα είδος φιλολογικής σύμβασης ούτως ώστε να ομαδοποιούνται οι ποιητές και το έργο τους βάσει των πολιτισμικών και κοινωνικών καταβολών και επιρροών τους, έχει μια αξία χρήσης, συνήθως ταξινομητική, ιδίως όταν αντιμετωπίζουμε την ποιητική δημιουργία ως της αξίζει, ήτοι ομοούσια και αδιαίρετη. Η περίπτωση του Ηλία Μέλιου θα μπορούσε να ενταχθεί στην αμφιλεγόμενη ποιητική γενιά του 1980· εκείνην την γενιά που έλαβε την σκυτάλη από τις ηχηρές, περίφημες ποιητικές φωνές του 1970, για να στραφεί από την ουτοπία του κοινωνικού οράματος σε εκείνην του ιδιωτικού. Γεννηθείς το 1959 στην Καλαμάτα, μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα, κρατώντας πάντα την ποιητική του φωνή χαμηλή μα αυθεντική, εκεί όπου η ακατέργαστη δημιουργία φύεται, μακριά από την άκρατη ναρκισσιστική εμπορικότητα και τις λογοτεχνικές οχλήσεις. Θιασώτης καθώς είναι της ρήσης του Λωτρεαμόν πως η ποίηση πρέπει να γίνεται από όλους και όχι από έναν, έχει εκδώσει τις περισσότερες ποιητικές του συλλογές εκτός εμπορίου. Από καιρού εις καιρόν, πέρα από την ποίηση, έχει ασχοληθεί ή και ασχολείται με το πεζό, το δοκίμιο, την κριτική, το σχέδιο, το κολλάζ, την mail-art, την δημιουργία μικροβιβλίων τέχνης, την μουσική, την διαδικτυακή ραδιοφωνική παραγωγή, την επιμέλεια και την έκδοση βιβλίων και περιοδικών. Συμμετείχε στην έκδοση των φανζίν «Σε τόνους μινόρε» (1992) και «Δην» (1994-1999) και του υπερρεαλιστικού περιοδικού «Κλήδονας» (2006-2018). Υπήρξε εκδότης του περιοδικού λόγου «Δυτικές Ινδίες» (2000-2003) και μέλος Ελληνικού Κύκλου Χαϊκού. Συμμετέχει στις εργασίες της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών,

                           «πάλι γυμνός των ήχων που λιποταχτούν

                            δίχως μέρα εντός μου να γυρνά τη νύχτα

                                     παγιδεύομαι στο ξημέρωμα»

                      Ηλίας Μέλιος, Εντός Μου, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.12)

Εάν ποίηση εστί πολιορκία του άφατου, τότε η ποίηση του Ηλία Μέλιου αποτελεί μιαν αδιάκοπη ακροβασία ανάμεσα στο άφατο της ύπαρξης (“κύκλος η ζωή/ ηρώον μνήμης και μνήμα συνείδησης”) και στο θνησιγενές του έρωτα (“και οι ουτοπίες δυστοπίες ομοιάζουν πόσω μάλλον οι έρωτες”). Σχοινί του ακροβάτη, ο Χρόνος:

                     «στο ρολόι συνεχώς αλλάζουν θέση οι ώρες

            ανακύκληση αχρήστου υλικού και φορμαλισμός ακραίος

                        τόσα χρόνια περνούν κι ο μηχανισμός του

                                 τα καταβροχθίζει ανελλιπώς

                        άλλοτε είναι ζωή κι άλλοτε ανυπαρξία

                                  ή συγχρόνως και τα δύο

                               ο χρόνος αποτελεί παρελθόν

                     ενώ τώρα είναι η καλύτερη στιγμή του βίου μας»

Ο χρόνος ως σκευή όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον έσονται εις σάρκαν μίαν και συμπυκνώνονται σε εκείνο το σταθερό σημείο όπου κάθε ταχύτητα εκμηδενίζεται, στο σημείο του μηδενός (“και προηγείται το μηδέν σαν ένα να υπάρξει”). Σε στίχο ελεύθερο και, πολλές φορές, αιρετικό -καθώς δεν λείπουν μήτε οι λεξιπλασίες μήτε οι νεολογισμοί και οι στρεβλώσεις των λέξεων- οι ποιητικές του συνθέσεις βρίθουν υπερρεαλιστικών στοιχείων, ενώ το αδιόρατο νήμα που συνδέει τις περισσότερες εξ αυτών -όσο ετερόκλητες κι εάν είναι μεταξύ τους- βρίσκεται στην δίνη της ύπαρξης του ανθρώπου εν κόσμω.

«κι ας κυλάει σκληρή

σ’ εναγώνιες προσταγές η ζωή μας

κι ας σκληραίνει τη ματιά

στο ξεφύλλισμα των διαβάσεων»

                 Ηλίας Μέλιος, Γύρω-Γύρω, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.101)

              «καρφώνεται η ζωή μας ασάλευτη έξω από τα σύνορα

                                         αναποφάσιστη

                            να βασανίζεται από τη σιωπή

                          κι η αγωνία της να μας ανήκει […]

           έρχεται η ζωή μας κρυφά με όλη της τη δύναμη στα χείλη

                          έτοιμη να παρασταίνει τον προφήτη

                          απελπιστικά να μοιάζει με στεναγμό

                                 και ψεύτικη νοσταλγία

             μόνο και που μπορεί η ζωή μας να βυθιστεί ευλαβικά

                        στις μνήμες των παιδικών μας χρόνων

                       ολότρελλη να προσπαθεί να λησμονήσει

                        την επιμονή της πτώσης μας […]

                 πάντα τέτοιαν ώρα – γύρω στις έξι το απόγευμα

                                   χειμώνα Δυτικά των Αθηνών

                             προσπαθεί η ζωή μας να καταλάβει

                  τι ν’ απέγιναν οι φίλοι σύντροφοι και ποιητές

           στο τέλος δεν αφήνει παρά να γεννηθεί αυτό που πεθαίνει…»

          Ηλίας Μέλιος, Μια Ζωή Ένα Αφήγημα, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.102)

Παρ’ όλο που τα περισσότερα ποιήματά του κινούνται γύρω από τον άξονα του υπαρξισμού και καταπιάνονται με τις προαιώνιες, χαίνουσες πληγές του ανθρώπου: τον θάνατο, τον έρωτα, την φθορά του πανδαμάτορος χρόνου και την ύπαρξη εν κόσμω και λόγω, και, παρ’ όλο που αυτό συμβαίνει με μία εμφανή ροπή προς τον μηδενισμό, πρόκειται για ένα παράδοξο είδος ενεργόφιλου μηδενισμού· ενός μηδενισμού όπου “στις εσχατιές του μηδενός το ένα ξεπροβάλλει” και όπου “καλύτερα ένα αντί για μηδέν/ καλύτερα λίγο παρά καθόλου/ αν δεν υπάρχει το πολύ, υπάρχει έστω λίγο”· με την φωτιά πάντα να σοβεί σε καθετί σβησμένο, ως νόημα που μέλλει να αναζωπυρωθεί ακόμα κι απ’ τις στάχτες (“και τα σβηστά κάρβουνα χτίζουν φωτιές”). Έτσι, φαίνεται πως σε αυτήν την ιδιαίτερη διελκυστίνδα ανάμεσα στο νόημα και την απουσία αυτού (“δεν περιμένω παρά στο περίπου όπου υπομένω”), υπάρχουν φορές που αυτό χάνεται (“διαρκές το παιχνίδι στο μηδέν/ σβήνει μαρτυρίες των ονείρων ιστορίες”), σαν δεν βρίσκεται ή, μάλλον, δεν αναζητείται καν, με τον ποιητή σε λυρική σύμπλευση με τους Madrugada, limitless within his limitations (απεριόριστος εντός των ορίων του) γράφοντας:

                               “οριστικά εντός ορίων

                                      εκτός οριζόντων

                                      αορίστως

                                      εξ ορισμού

                                      εξόριστος

                                     στα έσω όρια” ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.80)

                      «αφού είναι όλα κύκλος, επιστρέφω στο μηδέν

                  νερό στάζω στη χούφτα μου, να κορφιάσει υπομονή»

 «Βυθίζεσαι στο μπλε της θάλασσας˙ κάνεις παιχνίδι. Συλλαβίζεις          καθαρά: “ΠΕΡΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ!”. Κι έτσι συμπλέει ακαταπαύστως ο πνιγμός με τη φωνή σου. Αναπνέεις βαθιά! Ζωγραφίζεις τα χέρια ΚΑΘΑΡΑ».

Και ποιες είναι άραγε τούτες οι φευγαλέες στιγμές που ανεπαισθήτως ο ποιητής δεν κλείνεται έξω απ’ της ζωής τα τείχη και βρίσκει -έστω για να το χάσει ξανά μετά από λίγο μέσα στην “ΑΔΥΝΑΤΗ ΖΩΗ”– το νόημα της ύπαρξης; Θεραπείες, αντίβαρα -έστω και λειψά- τούτα που η χοϊκή φύση τ’ ανθρώπου γεννά ως αντιστάθμισμα στο αναπόφευκτο πέρας.

               «έξω από ψιθύρους χαράς και καημούς

                μια ανταύγεια είναι απόκρυφου θανάτου

                κόκκινη σκοτεινή κι αμφίβολη

               όμοια με την άρρυθμη ανάσα μας

              στη δίψα των χειλιών»

Εν αρχή ην ο Έρως (“τα χείλη δεν διψάνε καθώς πίνουν από χείλη”) και ο Λόγος (“εξόχως κι’ εγώ με λόγον πνεύματος/ αντεπιτίθεμαι/ μη τυχόν και αποσοβήσω/ εν τέλει/ τον βέβαιον διαμελισμό μου”). Έννοιες που στην ποίηση του Ηλία Μέλιου, υπάρχουν ως μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα: “επειδή την ποίηση/ που κάνουν δυο/ δεν τη γράφει ο ποιητής” (ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ.71). Η εκστατική στιγμή της αντάμωσης των δύο εραστών φαίνεται να αφοπλίζει και να αχρηστεύει συλλήβδην το οπλοστάσιο της ποιητικής τέχνης, με τις λέξεις να πασχίζουν, έστω, να περιχαρακώσουν το άρρητο του έρωτος και της ηδονής που αυτός γεννά σαν τα δύο υποκείμενά του βρίσκονται ενώπιος ενωπίω.

                    «αποζητώ την εικοστή εβδόμη σου καμπύλη

                     της σάρκας σου τη γεωμετρία ανασαίνω

                     γυμνώνοντας μία-μία τις πλευρές της ζωής

                     αεί αρχιτέκτων εγώ αγεωμέτρητος»

Ηλίας Μέλιος, Η Εικοστή Εβδόμη Καμπύλη, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.35)

Ο ποιητής καταφέρνει να φθάσει στον πυρήνα της χαϊντεγκεριανής ύπαρξης (Dasein), γυμνώνοντας μία-μία τις πλευρές της ζωής, μέσα από την ενσώματη εμπειρία σε μία άκρως σωματική, ερωτική ποίηση, όπου ο Έρως προσφέρεται σαν άρτος και οίνος σπονδή στον Θάνατο, ως η μόνη υπέρβαση αυτού που διαρκώς μας υπερβαίνει (“κι εμείς οι μελλοθάνατοι μηχανικοί του χάους/ αλλάζοντας ταχύτητα στον θάνατο ξέθωροι).

«στο δέρμα σου αντηχεί ελπίδα», ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ. 95

«θα τρυπήσω – διαρρήκτης

από της γης σου τον ομφαλό

να φθάσω (σ)το μυαλό σου

τις δικές σου σκέψεις να πιω

μήπως και οίνον ξεδιψάσω

αφού κορμί ψωμί να χορτάσω

δεν έχει

– δεν έχεις», Όινος-Έρως, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ. 17

«ΟΛΑ ΠΙΑ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΜΑΤΑΙΑ ΚΙ ΑΝΟΗΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΥΝ

ΣΕ ΛΕΞΕΙΣ», Αλεξάντερ Σολζενίτσιν

Και εάν οι λέξεις μοιάζουν ανεπαρκείς να χτυπήσουν το κέντρο της υπάρξεως και του νοήματος, ολάκερη η ποίηση του Ηλία Μέλιου μοιάζει με μια αέναη διαπάλη ανάμεσα στην σιωπή και λόγο (“τα χείλη μου –το ξέρω– θα προσπαθούν για πάντα/ να χαράξουν πολύ πιο πέρα και απ’ τον άνθρωπο/ μιαν οπτασία”). Οι λέξεις μπορεί να είναι μονάχα η απομίμηση της ζωής ή, και, η προσομοίωσή της, ποτέ όμως δεν θα βρίσκονται εκεί όπου πάλλεται η ζωή, βίαιη και ζωογόνος:

«ψεύτικα μάτια οι λέξεις ζωγραφισμένες σε γυαλί

ίσως λησμονημένες

μόλις που πρόλαβαν να φυλακίσουν το χρώμα τους»

«αρκεί ό,τι δεν γράφεται κι ό,τι δεν κάνω είμαι

και μιαν αγάπη θαύμαζα δαιμονική ν’ αστράφτει

χαρτιά μελάνια φόβισε να καταπιεί βιβλία

με όλα τους τα γράμματα κι οι λέξεις μού ξεφύγαν

και μείναν τα σημεία τους της στίξης τα σημάδι»

«ησυχία ενός καθρέφτη που ασφυκτιά στο περίπου του χρόνου  – τα γράμματα σαπίζουν κατά τη μορφή τη φωνή και τη σύνταξη – μαζί κι οι ομιλίες μας απόξενες φωτογραφίες»

Και όσο στερείται την δύναμη να ξεβράσει το μάγμα της ζωής ο Λόγος, δεν στερείται του εμβόλου του, σαν τρυπά και τέμνει εγκάρσια και την πιο άτρωτη πανοπλία (ενίοτε ο πόνος των λέξεων/ είναι πιο πονεμένος/ κι απ’ τον σωματικό τον πόνο τον υλικό), είτε με την παρουσία του είτε με την απουσία του.

Σε τούτη την πάλη μοιάζει η σιωπή να κερδίζει ως εργαλείο εκφοράς των όσων κείτονται εντός και πάλλονται, με την απουσία των λέξεων να συνιστά μια νέα παρουσία (“δεν υπάρχουν λέξεις/ μόνο η σιωπή τους υπάρχει”) και τον ήχο τους να συνθλίβεται ησύχως μέσα στο άρρητο (“ακόμη που δεν γράφονται διαβάζονται τα λόγια”).

Κι όλα τούτα τα γιοφύρια που χτίζει και γκρεμίζει με την ποίησή του, ανάμεσα στο ρητό και το άρρητο, στην σιωπή και την ομιλία, στις λέξεις ή στην απουσία αυτών, θα μπορούσαν να χωρέσουν στον πίνακα που φτιάχνει ένας μόνος στίχος του:

“τείχη γκρεμίζει η γραφή καράβι γλώσσα χτίζει”.

                 «στο ψέμμα που ’ναι η ζωή ο χρόνος δραπετεύει

                      αληθινός και άφοβος στο όνειρο διαφεύγει»

Μα όσο και εάν παλεύει ο ποιητής να αφήσει τις λέξεις κελύφη αδειανά κι αλλού το νόημα να βρει πάντα σε τούτες επιστρέφει σαν άσωτος υιός και καταφύγιο γυρεύει από του Χρόνου τις βροντές:

«απομίμηση της ψευδοζωής ο θάνατος

άρριζο δέντρο 

σαν πληγωμένο θηρίο φοβισμένο μουγκρίζει

αδύναμος

λουφάζοντας μπρος στο χαμόγελο

που εκτρέφει την μέλλουσαν αθανασία»

«ΤΟ  ΑΙΜΑ  ΤΟΥ ΣΦΑΓΙΑΣΘΕΝΤΟΣ

ΧΡΟΝΟΥ ΡΕΕΙ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΜΑΣ»

Σκαπανέας της μνήμης, “αυτής της σπουδαίας διαδρομής προς την εκεχειρία”, ξεθάβει την ζωή του μέσα απ’ την μελάνη και το χαρτί, μέσα από τις -όσο παντοδύναμες, άλλο τόσο και ανίσχυρες- λέξεις (“οι αναμνήσεις/ χαμένες στις τυπωμένες σελίδες/ παλεύουν να μάθουν/ τι διακινδυνεύεις τώρα”), εφάπτοντας το παρελθόν με το παρόν στην δίνη του αναστοχασμού· σε εκείνο το σταθερό σημείο όπου η ζωή είναι πάντα απούσα, σαν κάτι που επίκειται και φωλεύει μονάχα στην φαντασία (“κι εμείς;/ να ’μαστε πάλι/ χαρτί και μολύβι/ με το αύριο φαντασία τού σήμερα”).

«Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας

Κι ο γιος μου τ’ ανταλλακτικό

Θα ‘ναι εντάξει μια ζωή στη δούλεψή σας

Είναι από άριστο υλικό», Κιβωτός, Ελένη Βιτάλη

Το μοτίβο της σοβούσας έντασης, που αντί να ξεσπάσει και να διαχυθεί, συγκεντρώνεται σε ένα σταθερό σημείο αδράνειας, διατρέχει μεγάλο μέρος της ποίησης του Ηλία Μέλιου, καταδεικνύοντας την αλλοτρίωση που έχει υποστεί ο σύγχρονος άνθρωπος στους κόλπους της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Έτσι, όσο φρενήρεις και αν είναι οι ρυθμοί της κοινωνικής επιτάχυνσης δεν καταλήγουν παρά σε μία συστηματική ρουτινοποίηση της ζωής καθιστώντας τον βίο αβίωτο, συγκεντρώνοντας όλες αυτές τις αντίρροπες κινήσεις σε ένα ασάλευτο σημείο αδράνειας· την επανάληψη.

«ημιδιάφανοι

ζούμε τη ζωή μας στα κύματα

στα πλαστικά μπουκάλια στις διαφημίσεις

ζούμε σε όνειρο

συσκευασμένοι προσεκτικά»

«κάτι νούμερα άχρηστα να μαζεύω σπυρί νεκρό σπυρί

νούμερο κι εγώ λογιστικό στα νούμερα τσαλαβουτώντας»

«απέναντι στον τοίχο του λογιστικού γραφείου κρεμασμένος

μικροπίνακας διακοσμητικός θορυβεί ασυστόλως

τρέχουν τα νερά του στο πάτωμα

θα ορμήσω μέσα του με τα ρούχα

κι ας μην είναι καλοκαίρι»

Μόνη διέξοδος ή, λιγότερο βερμπαλιστικά, ένα είδος θεραπείας, έστω και προσωρινής, από την σισύφεια καθημερινότητα του βιοπορισμού και της σύγχρονης πραγματικότητας, που δεν κάνει άλλο από το να αποξενώνει όλο και περισσότερο μέσω της κίβδηλης διασύνδεσης παράλληλων μοναξιών, η Ποίηση. Εκείνος ο μαγικός τρόπος που μπορεί μια λέξη σαν σταθεί σιμά μιας άλλης, να ανάψει φως μες στα σκοτάδια, πόρτες στους τοίχους να ανοίξει:

«όλα τα ποιήματα είναι αποσπάσματα

το ποίημα είναι μια προσπάθεια να θυμηθείς

ακόμη μια νύχτα είναι

– μια προσπάθεια ν’ αρπάξεις μια καινούργια λέξη»

Ή με τους στίχους ενός άλλου αγαπημένου ποιητή:

«Ωωω! … Όχι!. Τις λυχνίες μου -Μάγος στρυφνός- θ’ ανάβω και -λίθο φιλοσοφική- θα βρω άλλον ρυθμό, και μια στιγμή, ανύποπτην ύλη θα σε συλλάβω επ’ αυτοφώρω: Σύνθημα, Σημείο ή Αριθμό …»

Γιάννης Σκαρίμπας, Φιδάκι

Εργογραφία:

«Μπαρόκ Παροιμίες» (ιδιόγραφη έκδοση εκτός εμπορίου, 1988), «Παραδείγματα» 1987 (ιδιόγρ. έκδ. εκτός εμπορίου, 1989), «Πώς να Ξεχάσεις την Κωνσταντινούπολη;» (ιδιόγρ. έκδ. εκτός εμπορίου, 1991), «Χεράτ» (ένθετο στο τχ. 16 του περιοδικού Ελί-τροχος, 1998), «Πνοές Ερώτων» (χαϊκού, 16σέλιδη αναδιπλούμενη εκτός εμπορίου έκδοση, Δυτικές Ινδίες, 2003), «Αλ-αγωνία» (Δυτικές Ινδίες, 2007),  «9 Κολλάζ-1 Μήνυμα-8 Φράσεις» (κολλάζ και μονόστιχα, 2011) και «Φωνές γράφουν ’στορίες» (2023).

Η ποιητική συλλογή του Ηλία Ν. Μέλιου, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, κυκλοφόρηθηκε από τις εκδόσεις Δυτικές Ινδίες, το 2007 σε καλλιτεχνική επιμέλεια του Γρηγόρη Αποστολίδη.

 Η αρθρογράφος διατηρεί και το προσωπικό της blog: https://medium.com/@nyktairodyteira

Latest

Η Πίτσα Παπαδοπούλου καλεσμένη της Γιώτας Τσιμπρικίδου στο #132 ARTPODCAST

Η Κυρία του ελληνικού τραγουδιού, η Πίτσα Παπαδοπούλου, καλεσμένη...

Καινούργια σπίτια, καινούργιες σελίδες, καινούργιες ζωές

Αγαπημένοι μου φίλοι γεια σας. Τρίτη σήμερα για μένα...

Καραγατσιάδα: «Μα είναι κάτι πιο βαθύ αυτό που μας λερώνει»

«Όλα τα πάντα, λέει, σε τούτο τον κόσμο είναι...

Πώς να Γράψω ένα Βιβλίο; – Οδηγός

Πώς να Γράψω ένα Βιβλίο Το να γράψεις ένα βιβλίο...

Newsletter

spot_img

Don't miss

Η Πίτσα Παπαδοπούλου καλεσμένη της Γιώτας Τσιμπρικίδου στο #132 ARTPODCAST

Η Κυρία του ελληνικού τραγουδιού, η Πίτσα Παπαδοπούλου, καλεσμένη...

Καινούργια σπίτια, καινούργιες σελίδες, καινούργιες ζωές

Αγαπημένοι μου φίλοι γεια σας. Τρίτη σήμερα για μένα...

Καραγατσιάδα: «Μα είναι κάτι πιο βαθύ αυτό που μας λερώνει»

«Όλα τα πάντα, λέει, σε τούτο τον κόσμο είναι...

Πώς να Γράψω ένα Βιβλίο; – Οδηγός

Πώς να Γράψω ένα Βιβλίο Το να γράψεις ένα βιβλίο...

Η Πίτσα Παπαδοπούλου καλεσμένη της Γιώτας Τσιμπρικίδου στο #132 ARTPODCAST

Η Κυρία του ελληνικού τραγουδιού, η Πίτσα Παπαδοπούλου, καλεσμένη της Γιώτας Τσιμπρικίδου στο #132 Artpodcast μιλάει με γλυκύτητα και ευθύτητα, με φωνή που σε...

Καινούργια σπίτια, καινούργιες σελίδες, καινούργιες ζωές

Αγαπημένοι μου φίλοι γεια σας. Τρίτη σήμερα για μένα και Παρασκευή για σας, και έκατσα να γράψω για πρώτη φορά και το πρώτο Friday...

Καραγατσιάδα: «Μα είναι κάτι πιο βαθύ αυτό που μας λερώνει»

«Όλα τα πάντα, λέει, σε τούτο τον κόσμο είναι χίμαιρα» Μ. Καραγάτσης, Μεγάλη Χίμαιρα Και ενώ η Καραγατσιάδα -ως ευστόχως πλέον αποκαλείται η διαδικτυακή διαμάχη...