Την ιστορία αυτή που ονομάζεται Love, δεν τη βλέπεις με την ασφάλεια του θεατή, τη διασχίζεις. Είναι σαν ο Gaspar Noé να σε οδηγεί σε ένα δωμάτιο γεμάτο καθρέφτες, όπου κάθε αντανάκλαση επιστρέφει κάτι οικείο και άβολο ταυτόχρονα: τον ερωτευμένο, τον πληγωμένο, τον παρορμητικό, τον εγωιστή. Δεν υπάρχει αρχή, μέση και τέλος, μόνο ένα συνεχές «μετά». Το μετά του έρωτα, εκεί όπου όλα έχουν ήδη χαθεί και το βλέμμα είναι αναγκαστικά στραμμένο προς τα πίσω.
Το σεξ εδώ δεν λειτουργεί ως πρόκληση, παρότι σοκάρει, λειτουργεί ως γλώσσα. Σώματα που ενώνονται χωρίς φίλτρα, ιδρώτας, υγρά, ανάσες, κινηματογραφημένα με μια σχεδόν κλινική επιμονή. Όχι για να διεγείρουν, αλλά για να απογυμνώσουν. Δεν υπάρχει ρομαντισμός, ούτε πορνογραφική απόλαυση. Υπάρχει μηχανικότητα, ένταση, μερικές φορές απελπισία. Όπως ακριβώς και η αγάπη όταν παύει να είναι υπόσχεση και μετατρέπεται σε βάρος.
3 Χαρακτήρες 3 Συναισθήματα – Πάθος, φαντασίωση και βάρος
Ο Murphy δεν παρουσιάζεται ως ήρωας. Είναι ένας άντρας εγκλωβισμένος στις επιλογές του και κυρίως στη νοσταλγία του. Δεν αγαπά τόσο έναν άνθρωπο όσο την ιδέα του ανθρώπου αυτού. Το πάθος τον ενδιαφέρει περισσότερο από τη συνέπεια, η φωτιά περισσότερο από τις στάχτες που αφήνει πίσω της. Εκεί κρύβεται και το πιο γυμνή αλήθεια της ταινίας: πολλοί δεν επιθυμούν την αγάπη ως διάρκεια, αλλά ως ένταση. Όταν αυτή σβήσει, αναζητούν αλλού το ίδιο συναίσθημα, αδιαφορώντας για τα συντρίμμια.

Η Electra δεν παρουσιάζεται ποτέ πλήρως ως πρόσωπο αλλά παραμένει μια προβολή, μια επιθυμία που υπάρχει κυρίως μέσα από τη μνήμη και το βλέμμα του Murphy. Είναι περισσότερο αίσθηση παρά χαρακτήρας, ένα σώμα φορτισμένο με νόημα, σύμβολο του απόλυτου έρωτα που δεν αντέχει την καθημερινότητα. Η παρουσία της είναι εκτυφλωτική αλλά φευγαλέα, σαν ανάμνηση που έχει ήδη εξιδανικευτεί τη στιγμή που γεννιέται. Η ταινία την αντιμετωπίζει όχι ως ισότιμη συνείδηση, αλλά ως φορέα πάθους και απώλειας, γεγονός που ενισχύει τη μελαγχολία της αφήγησης, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει τα όρια μιας ιστορίας που παραμένει βαθιά εγκλωβισμένη στην ανδρική οπτική. Η Electra υπάρχει κυρίως ως «εκείνη που χάθηκε» κι ίσως γι’ αυτό δεν της επιτρέπεται ποτέ να υπάρξει ολοκληρωτικά.
Η Omi είναι η πιο αθόρυβη αλλά και η πιο καταλυτική παρουσία της ιστορίας. Δεν ενσαρκώνει το πάθος ούτε την εξιδανίκευση, αλλά τη συνέπεια, την καθημερινότητα και τελικά την ευθύνη. Είναι εκείνη που μετατρέπει την επιθυμία σε πραγματικότητα και τον έρωτα σε επιλογή, χωρίς ποτέ να γίνεται αντικείμενο νοσταλγίας.
Σε αντίθεση με την Electra, δεν λειτουργεί ως φαντασίωση αλλά ως βάρος — κι αυτό είναι το πραγματικό της «έγκλημα» μέσα στο σύμπαν αυτής της κινηματογραφικής αφήγησης. Αυτή η γυναίκα δεν χάνεται, δεν εξιδανικεύεται, δεν επιστρέφει ως ανάμνηση· παραμένει παρούσα, κι αυτή η παρουσία αποκαλύπτει τη βαθύτερη ανικανότητα του Murphy να αγαπήσει κάτι που δεν καίγεται. Είναι η γυναίκα με την οποία ξεκίνησαν όλα όχι επειδή υπήρξε μοιραία, αλλά επειδή υπήρξε διαθέσιμη — και αυτή είναι άλλη μία διαφορά πού κάνει την ιστορία αυτή σκληρή.
Η αφήγηση μοιάζει με μνήμη. Αποσπασματική, άτακτη, γεμάτη επαναλήψεις και κενά. Έτσι επιστρέφουν οι μεγάλοι έρωτες: όχι όπως συνέβησαν, αλλά όπως στοιχειώνουν. Οι στιγμές ευτυχίας είναι υπερκορεσμένες, σχεδόν εκτυφλωτικές, ενώ το παρόν εμφανίζεται μουντό, πνιγηρό και άδειο. Το χρώμα δεν είναι αισθητική επιλογή, αλλά συναίσθημα. Κόκκινο για το πάθος, μπλε για την απώλεια, σκοτάδι για την ενοχή. Η ταινία δεν επιδίωκε συμπάθεια. Επιδιώκει αμηχανία. Σε φέρνει αντιμέτωπο με το πόσες φορές η επιθυμία μπερδεύτηκε με την αγάπη, με το «θέλω» και το «μπορώ».

Ο Νάρκισσος μέσα μου!
Η σκοτεινή αυτή ιστορία πάθους είναι βαθιά ναρκισσιστική, όπως και οι χαρακτήρες της, αλλά αυτός ο ναρκισσισμός μοιάζει αναπόφευκτος. Η ειλικρίνειά της πληρώνεται με αυτάρεσκες στιγμές. Κι εδώ αρχίζουν οι ρωγμές. Η εμμονή στη σωματικότητα συχνά κουράζει. Όχι επειδή σοκάρει, αλλά επειδή επαναλαμβάνεται χωρίς να οδηγεί πάντα πιο βαθιά. Το σεξ, αντί να φωτίζει τους χαρακτήρες, παγιδεύεται σε έναν κύκλο εικόνων που υπόσχονται περισσότερα απ’ όσα τελικά προσφέρουν.
Η γυναικεία οπτική φιλτράρεται έντονα μέσα από ανδρική φαντασίωση, κάτι που αποδυναμώνει τη συναισθηματική ισορροπία. Παρά τις αδυναμίες της, η ταινία δεν καταρρέει. Απλώς δεν φτάνει πάντα όσο βαθιά όσο νομίζει. Δεν μιλά για το σεξ· μιλά για το κενό που αφήνει ένας έρωτας που δεν άντεξε να ζήσει μέχρι τέλους. Και αυτό το κενό επιστρέφει διαρκώς σαν ανάμνηση, σαν τύψη, σαν κάτι πολύτιμο που αναγνωρίστηκε αργά.

Και τελικά τι ζητά η ταινία αυτή; να την αγαπήσεις ή να τη συγχωρέσεις; Τίποτα από τα δύο! Αυτό που ζητά είναι να αναγνωρίσεις μέσα της όλες εκείνες τις στιγμές που μπέρδεψες την ένταση με το νόημα και το πάθος με τη διάρκεια. Δεν προσφέρει κάθαρση, μόνο επίγνωση, κι αυτή έρχεται πάντα αργά, όταν ο έρωτας έχει ήδη γίνει ανάμνηση. Είναι μια ταινία για όσα δεν αντέξαμε να κρατήσουμε και για όσα συνεχίζουμε να κουβαλάμε, όχι επειδή ήταν σωστά, αλλά επειδή κάποτε μας έκαναν να νιώσουμε ζωντανοί.
Καλή προβολή by Joan Lio!




