Το Gaslighting ανήκει σε εκείνες τις μορφές βίας που δεν έχουν πάντα φωνή. Ζούμε σε μια εποχή που μιλά αδιάκοπα για αυτογνωσία, ψυχική υγεία και προσωπικά όρια. Οι έννοιες αυτές εμφανίζονται παντού, σχεδόν σαν απόδειξη ότι έχουμε εξελιχθεί συναισθηματικά και κοινωνικά. Κι όμως, πίσω από αυτή τη φαινομενική πρόοδο, εξακολουθεί να επιβιώνει μια μορφή βίας σχεδόν αόρατη. Δεν αφήνει σημάδια στο σώμα, δεν εκδηλώνεται πάντα με ένταση, δεν φτάνει απαραίτητα σε εκρήξεις που φαίνονται καθαρά στους άλλους. Είναι πιο λεπτή, πιο αθόρυβη, πιο διαβρωτική. Είναι η βία που στρέφεται όχι στο σώμα αλλά στην αντίληψη. Η βία που δεν σε χτυπά ευθέως, αλλά σε κάνει να αμφιβάλλεις για όσα έζησες, για όσα ένιωσες, για όσα κατάλαβες.

Δεν ξεκινά σχεδόν ποτέ θεαματικά και ποτέ δεν έρχεται από την αρχή με τη μορφή καθαρής κακοποίησης. Έρχεται διαφορετικά με μικρές φράσεις, με σχεδόν ανεπαίσθητες μετατοπίσεις, με έναν τρόπο που σε κάνει να πιστεύεις πως ίσως όντως παρεξήγησες. «Δεν έγινε έτσι». «Υπερβάλλεις». «Είσαι πολύ ευαίσθητος». «Τα θυμάσαι λάθος». Στην αρχή όλα αυτά μπορεί να μοιάζουν με απλή διαφωνία. Άλλωστε κάθε ανθρώπινη σχέση έχει διαφορετικές προσλήψεις, διαφορετικές οπτικές, διαφορετικές ερμηνείες των ίδιων γεγονότων. Όμως υπάρχει μια πολύ λεπτή γραμμή ανάμεσα στη διαφορετική οπτική και στη συστηματική ακύρωση της εμπειρίας του άλλου. Και όταν αυτή η ακύρωση γίνεται επαναλαμβανόμενη, όταν δεν αφορά ένα περιστατικό αλλά έναν ολόκληρο τρόπο “σχετίζεσθαι”, τότε δεν μιλάμε πια για παρεξήγηση. Μιλάμε για φθορά.
Η σύγχυση ώς μορφή ελέγχου
Το gaslighting δεν στηρίζεται μόνο στο ψέμα. Στηρίζεται κυρίως στη μεταφορά της αμφιβολίας. Δεν έχει στόχο απλώς να αποκρύψει μια αλήθεια· έχει στόχο να αποσπάσει από το άλλο πρόσωπο την εμπιστοσύνη προς τον εαυτό του. Εκεί βρίσκεται η πραγματική του δύναμη. Γιατί από ένα σημείο και μετά ο άνθρωπος που το υφίσταται δεν αναρωτιέται πια μόνο για τη συμπεριφορά του άλλου, αλλά για τη δική του αντίληψη. Μήπως όντως υπερέβαλα; Μήπως φαντάστηκα περισσότερα απ’ όσα έγιναν; Μήπως είμαι άδικος; Μήπως τελικά εγώ δημιουργώ το πρόβλημα; Αυτή η εσωτερική διαπραγμάτευση δεν είναι απλώς κουραστική. Είναι εξουθενωτική. Σε αποκόπτει αργά από τη διαίσθησή σου, από τη μνήμη σου, από την εμπιστοσύνη στον ψυχικό σου κόσμο.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο: ότι το gaslighting δεν περιορίζεται στις ερωτικές σχέσεις, ούτε εμφανίζεται μόνο σε ιστορίες που μοιάζουν ακραίες. Μπορεί να υπάρξει μέσα στην οικογένεια, όταν ένα παιδί μαθαίνει πως τα συναισθήματά του είναι «υπερβολικά» ή «αστεία». Μπορεί να υπάρξει στον χώρο εργασίας, όταν ένας άνθρωπος αρχίζει να αμφιβάλλει για την ικανότητά του όχι επειδή όντως αποτυγχάνει, αλλά επειδή κάποιος φροντίζει συστηματικά να μικραίνει την αξία του. Μπορεί να υπάρξει ακόμη και στη δημόσια σφαίρα, όταν γεγονότα αλλοιώνονται τόσο επίμονα ώστε το αληθινό και το ψευδές να αρχίζουν να συγχέονται. Όπου η πραγματικότητα θολώνει, η εξουσία βρίσκει χώρο.
Από την οθόνη στην πραγματικότητα
Δεν είναι τυχαίο ότι ο όρος γεννήθηκε από την ταινία Gaslight. Εκεί, ένας άνδρας προσπαθεί μεθοδικά να πείσει τη σύζυγό του ότι χάνει τα λογικά της, αλλάζοντας μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας και αρνούμενος έπειτα ότι αυτές οι αλλαγές συνέβησαν ποτέ. Δεν χρειάζεται μεγάλη βία για να διαλυθεί ένας άνθρωπος εκ των έσω. Αρκεί η επανάληψη. Αρκεί η επιμονή. Αρκεί η απομόνωση. Όταν κάποιος παύει να εμπιστεύεται τις ίδιες του τις αισθήσεις, γίνεται ευάλωτος με τον πιο βαθύ τρόπο.

Στο σήμερα…
Αν το δούμε μέσα στο παρόν, θα καταλάβουμε γιατί αυτό το φαινόμενο συζητιέται τόσο έντονα σήμερα. Ζούμε μέσα σε έναν κόσμο υπερπληροφόρησης, όπου η αλήθεια συχνά παρουσιάζεται σαν ζήτημα ύφους, σαν θέμα αφήγησης, σαν προσωπική εκδοχή. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν εντείνει την ανάγκη για εικόνα, για επιβεβαίωση, για διαρκή αντανάκλαση μέσα από τα μάτια των άλλων. Η ταχύτητα της επικοινωνίας μάς αφήνει όλο και λιγότερο χώρο να σταθούμε, να σκεφτούμε, να αφουγκραστούμε τι πραγματικά αισθανόμαστε. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αμφισβήτηση γίνεται πιο εύκολη και η εσωτερική σταθερότητα πιο εύθραυστη.
Όταν σου τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια
Ταυτόχρονα, η σύγχρονη κουλτούρα έχει συχνά μια επικίνδυνη τάση να εξωραΐζει τη σύγχυση. Συγχέει την ένταση με το πάθος, τη ζήλια με την αγάπη, τον έλεγχο με το ενδιαφέρον. Παρεμβάσεις που πνίγουν βαφτίζονται φροντίδα. Συμπεριφορές που αποδυναμώνουν παρουσιάζονται ως προστασία. Και κάπως έτσι, το gaslighting δεν αναγνωρίζεται εύκολα, γιατί σπάνια εμφανίζεται από την αρχή ως ωμή κακοποίηση. Μοιάζει με αμφιβολία, με «κακή στιγμή», με μια υποτιθέμενη υπερευαισθησία του άλλου. Μοιάζει με κάτι που ίσως μπορείς να δικαιολογήσεις. Κι αυτή ακριβώς η δυνατότητα δικαιολόγησης είναι που το κάνει τόσο επικίνδυνο.
Οι συνέπειες, όμως, είναι πολύ βαθιές. Όταν ένας άνθρωπος πάψει να εμπιστεύεται τη σκέψη, τη μνήμη και το συναίσθημά του, αποδυναμώνεται υπαρξιακά. Δεν χάνει απλώς την αυτοπεποίθησή του — χάνει το εσωτερικό του έδαφος. Η αυτοεκτίμηση ραγίζει, το άγχος αυξάνεται, η ανάγκη για εξωτερική επιβεβαίωση γίνεται εντονότερη. Και όσο περισσότερο χρειάζεσαι τον άλλον για να σου πει τι είναι αληθινό, τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι από τη δυνατότητα να φύγεις. Η εξάρτηση δεν χτίζεται μόνο με φόβο. Χτίζεται και με σύγχυση.

Γι’ αυτό και η αντιμετώπιση του gaslighting δεν αρχίζει μόνο από την αναγνώριση του «τοξικού» άλλου. Αρχίζει από την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον εαυτό. Από τη δυνατότητα να πεις: αυτό που ένιωσα είναι υπαρκτό. Αυτό που κατάλαβα αξίζει να το ακούσω. Η εμπειρία μου δεν χρειάζεται άδεια για να είναι αληθινή. Εκεί αρχίζουν και τα όρια. Όχι ως σκληρότητα, αλλά ως ψυχική καθαρότητα. Ως η ήρεμη βεβαιότητα ότι η διαφωνία δεν σημαίνει ακύρωση και ότι η σχέση δεν μπορεί να υπάρξει αληθινά όταν ο ένας διαγράφει συστηματικά την πραγματικότητα του άλλου.
Ίσως, τελικά, το gaslighting να μην αφορά μόνο τη χειραγώγηση. Αφορά την πιο βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να νιώθεις ότι η εμπειρία σου έχει αξία. Ότι η μνήμη σου δεν είναι αδυναμία. Ότι το συναίσθημά σου δεν είναι υπερβολή αλλά μήνυμα. Και μέσα σε μια εποχή που αμφισβητεί σχεδόν τα πάντα, ίσως η πιο ουσιαστική μορφή αντίστασης να είναι ακριβώς αυτή: να επιστρέφεις στον εαυτό σου χωρίς ενοχή. Να τον εμπιστεύεσαι ξανά. Γιατί χωρίς αυτή την εμπιστοσύνη, καμία σχέση δεν μπορεί να είναι πραγματικά ισότιμη.
by Joan Lio.




