Αν η πρώτη μέρα στην Κίμωλο ήταν ο έρωτας με την πρώτη ματιά, η δεύτερη ήταν η στιγμή που άρχισα να την καταλαβαίνω λίγο περισσότερο. Γιατί η Κίμωλος δεν είναι νησί που σου φωνάζει για να την προσέξεις. Σε παίρνει από το χέρι σιγά σιγά, σε βάζει στον ρυθμό της και, πριν το καταλάβεις, έχεις ήδη ξεχάσει πού ήσουν πριν έρθεις.
Ξυπνήσαμε στο σύρμα μας με τον ήχο της θάλασσας, αυτόν τον ήχο που δεν τον βαριέσαι ποτέ. Εκείνον που μπαίνει μέσα στο δωμάτιο πριν ακόμη ανοίξεις καλά καλά τα μάτια σου και σου θυμίζει πως δεν χρειάζεται να βιαστείς για τίποτα. Μόνο να ζήσεις τη μέρα όπως θα έρθει.
Και κάπως έτσι, χωρίς πολλά πολλά, ανεβήκαμε στο μηχανάκι, βάλαμε κράνος και ξεκινήσαμε να γυρίσουμε τις παραλίες του νησιού.
Παραλία την παραλία, η Κίμωλος ανοίγεται
Ελληνικά, Μαυροσπηλιά, Ελέφαντας, Καράς, Μπονάτσα, Πράσσα. Παραλία την παραλία, δρόμο τον δρόμο, η Κίμωλος άρχισε να μας δείχνει κι άλλα πρόσωπά της. Άλλοτε άγρια, άλλοτε ήρεμη, άλλοτε φωτεινή και κυκλαδίτικη μέχρι εκεί που δεν πάει

Με το μηχανάκι να μας πηγαίνει από γωνιά σε γωνιά και τον αέρα να μας χτυπάει στο πρόσωπο, ένιωθα πάλι αυτή την παιδική χαρά της εξερεύνησης. Αυτή που έχεις όταν δεν ξέρεις ακριβώς πού πας, αλλά δεν σε νοιάζει καθόλου, γιατί ξέρεις πως όπου κι αν σε βγάλει ο δρόμος, κάτι όμορφο θα βρεις.
Και φυσικά, η βουτιά έγινε στα Πράσσα. Εκεί, στα κρυστάλλινα, ολοκάθαρα, τιρκουάζ νερά, με τη λευκή άμμο να απλώνεται παντού, καταλαβαίνεις γιατί κάποιοι τόποι μένουν μέσα σου. Δεν είναι μόνο η εικόνα. Είναι η αίσθηση. Είναι αυτή η στιγμή που μπαίνεις στη θάλασσα και λες: «Ωραία. Εδώ είμαι καλά».

Στο Πρασονήσι
Μετά τη βουτιά, όπως ήταν φυσικό, άνοιξε η όρεξη. Γιατί όσο κι αν η θάλασσα σε γεμίζει, κάποια στιγμή θέλεις και κάτι να γεμίσει και το τραπέζι σου. Έτσι, καταλήξαμε στο Πρασονήσι για φρέσκο ψάρι.
Και τι να πρωτοπώ γι’ αυτό το μέρος; Καταπληκτικό εστιατόριο, με ψαγμένη κάβα, όμορφο προσωπικό και εκείνη την αίσθηση ότι όλα γίνονται όπως πρέπει, χωρίς να χρειάζεται να φωνάζουν για να το αποδείξουν.

Καρπάτσιο, χταπόδι, καλαμάρι και φυσικά στήρα. Έτοιμη, λαχταριστή, φρέσκια, να μας περιμένει σαν να ήξερε ότι όλη αυτή η μέρα θα κατέληγε εκεί. Στο τραπέζι, με τη θάλασσα ακόμη πάνω μας, με το αλάτι στα μαλλιά, με το σώμα χαλαρό και την ψυχή ακόμη πιο χαλαρή.
Δεν ήταν απλώς ένα ωραίο γεύμα. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που λες: «Να, γι’ αυτό ταξιδεύουμε».
Επιστροφή στο σύρμα και σιέστα, γιατί έτσι πρέπει!
Μετά το φαγητό, επιστροφή στο σύρμα. Γιατί η Κίμωλος, όπως είπαμε, σε μαθαίνει να κατεβάζεις ρυθμούς. Δεν γίνεται να την τρέξεις. Δεν γίνεται να την καταναλώσεις. Πρέπει να την αφήσεις να σε πάει εκείνη.

Σιέστα λοιπόν. Ξανά. Με την πόρτα να ανοίγει στη θάλασσα, με λίγη σκιά, λίγη ησυχία και αυτή τη γλυκιά αίσθηση ότι δεν χρωστάς τίποτα σε κανέναν. Μόνο να ξεκουραστείς, να γεμίσεις μπαταρίες και να ξαναβγείς όταν το φως θα έχει μαλακώσει.
Και έτσι έγινε.
Απόγευμα στο Χωριό
Το απόγευμα περπατήσαμε ξανά στο Χωριό. Γιατί το Χωριό της Κιμώλου δεν το βλέπεις μία φορά και τελείωσες. Θέλεις να ξαναπεράσεις από τα ίδια σοκάκια, να κοιτάξεις ξανά τις πόρτες, τα παράθυρα, τις αυλές, τις λεπτομέρειες που την πρώτη φορά ίσως δεν πρόσεξες.
Και κάπως έτσι καταλήξαμε στην Αγορά για κοκτέιλ. Σε ένα γραφικό κιμωλιάτικο σοκάκι, σε ένα μικρό, γλυκό μαγαζάκι, με καταπληκτική μουσική και ατμόσφαιρα που σε κρατάει εκεί χωρίς να καταλαβαίνεις το γιατί.

Το απίστευτο είναι ότι δεν θέλεις να σηκωθείς από αυτό το σοκάκι. Κάθεσαι για ένα ποτό και μετά έρχεται το δεύτερο. Μετά λες «άντε, άλλο ένα». Και όταν έρθει η ώρα να φας, σκέφτεσαι: «Πού να τρέχεις πάλι βρε αδερφέ;»
Οπότε απολαμβάνεις τους φρεσκότατους ξηρούς καρπούς που σου προσφέρουν, γιατί έχεις ήδη πιει αρκετά και κάπως πρέπει να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων. Έτσι είναι οι σωστές διακοπές. Λίγο αυθόρμητες, λίγο τεμπέλικες, λίγο «δεν πειράζει, αύριο βλέπουμε».

Διάβασε σε κάθε γωνία και κάθε παραλία!
Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και κάτι ακόμη που με έκανε να αγαπήσω την Κίμωλο λίγο περισσότερο. Σε διάφορα σημεία του νησιού, σε σοκάκια, στο Χωριό, αλλά και σε παραλίες, θα συναντήσεις βιβλία. Όχι διακοσμητικά. Βιβλία που σε περιμένουν να τα πάρεις, να τα διαβάσεις στις διακοπές σου και έπειτα να τα επιστρέψεις, για να τα βρει ο επόμενος.

Η Ανοιχτή Δανειστική Βιβλιοθήκη της Κιμώλου είναι από αυτές τις μικρές, όμορφες ιδέες που λένε πολλά για έναν τόπο. Δεν χρειάζονται πολλά. Παίρνεις ένα βιβλίο, το κρατάς όσο το χρειάζεσαι, το διαβάζεις στην παραλία, στο σύρμα, κάτω από μια σκιά ή σε ένα σοκάκι, και μετά το αφήνεις πάλι πίσω. Σαν μια μικρή αλυσίδα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους ανθρώπους που περνούν από το νησί.
Και αυτό, για μένα, είναι βαθιά Κίμωλος. Ένα νησί που δεν σου δίνει μόνο θάλασσα και φαγητό. Σου δίνει χώρο να ησυχάσεις, να διαβάσεις, να σκεφτείς, να ξεχαστείς και να ξαναβρείς λίγο τον εαυτό σου μέσα στις πιο απλές στιγμές.
Το βράδυ δίπλα στο κύμα
Και μαντέψτε. Το βράδυ μάς βρήκε ξανά στο σύρμα. Εκεί που, χωρίς να το έχουμε αποφασίσει επίσημα, είχε γίνει το καταφύγιό μας. Με ώριμο, δροσερό πεπόνι και κεράσια. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.
Μόνο η θάλασσα, το σκοτάδι, η κούραση της ημέρας και αυτή η υπέροχη αίσθηση ότι ζεις κάτι απλό αλλά πολύτιμο.

Κοιμηθήκαμε σαν εξουθενωμένα παιδιά που απόλαυσαν λαίμαργα το καλοκαίρι, λες και μόλις ξυπνήσουν θα έχει χαθεί. Με εκείνη την αθωότητα που σου χαρίζουν κάποιες μέρες όταν είναι γεμάτες φως, θάλασσα, γέλια, φαγητό και δρόμους χωρίς πρόγραμμα.
Τρίτη μέρα: πάρθηκε η απόφαση
Την τρίτη μέρα, η απόφαση πάρθηκε χωρίς πολλή σκέψη: άραγμα στα Πράσσα. Όλη μέρα.
Γιατί μερικές φορές δεν χρειάζεται να ψάχνεις το επόμενο. Δεν χρειάζεται να αλλάξεις παραλία, να δεις κάτι άλλο, να γεμίσεις τη μέρα με κινήσεις μόνο και μόνο για να πεις ότι κάτι έκανες. Μερικές φορές, όταν βρίσκεις αυτό που ζητάς, απλώς μένεις εκεί.

Και τα Πράσσα ήταν ακριβώς αυτό. Κρυστάλλινα, ολοκάθαρα, τιρκουάζ νερά. Λευκή άμμος παντού. Φως. Ηρεμία. Βουτιές. Και μη μου τους κύκλους τάραττε!
Δεν θυμάμαι καν αν πείνασα εκείνο το μεσημέρι της τρίτης ημέρας. Σίγουρα όμως πεινούσε το πνεύμα μου για αυτή τη χαλάρωση. Για αυτή την ηρεμία που μου παρείχε απλόχερα το νησί. Για αυτό το σπάνιο συναίσθημα ότι μπορείς να είσαι απλώς εκεί. Χωρίς να κάνεις κάτι σπουδαίο. Χωρίς να αποδεικνύεις τίποτα. Μόνο να υπάρχεις.
Λαδένια, τυρένια και Κίμωλος στο χέρι
Ευτυχώς, είχαμε προνοήσει. Λαδένια και τυρένια από τον τοπικό φούρνο. Γιατί στην Κίμωλο ακόμη και το πιο απλό φαγητό έχει άλλη νοστιμιά όταν το τρως μετά τη θάλασσα, με αλάτι ακόμη στο δέρμα και με το μυαλό κάπου ανάμεσα στο μπλε και στο απόλυτο τίποτα.

Αυτές οι μικρές γεύσεις είναι που κάνουν ένα ταξίδι να μένει. Όχι μόνο τα μεγάλα τραπέζια, όχι μόνο τα εστιατόρια. Αλλά και το να έχεις κάτι απλό μαζί σου, κάτι τοπικό, κάτι που μυρίζει νησί, και να το τρως χωρίς επισημότητες, χωρίς μαχαιροπίρουνα ίσως, χωρίς πρόγραμμα.
Καλή Καρδιά — όνομα και πράγμα
Το βράδυ αποφασίσαμε να φάμε στην Καλή Καρδιά. Και πραγματικά, όνομα και πράγμα.
Όπως είναι οι άνθρωποι που το έχουν, έτσι είναι και το φαγητό τους. Γεμάτο αγάπη, απλότητα και καλή καρδιά. Από εκείνα τα μέρη που δεν σε κερδίζουν με εντυπωσιασμούς, αλλά με κάτι πιο ουσιαστικό. Με τον τρόπο που σε κοιτούν, με τον τρόπο που σε εξυπηρετούν, με τη γεύση που έχει μέσα της φροντίδα.

Γιατί τελικά, αυτό είναι που ξεχωρίζει στην Κίμωλο. Δεν είναι μόνο οι παραλίες. Δεν είναι μόνο το φαγητό. Είναι οι άνθρωποι. Είναι η αίσθηση ότι ακόμη υπάρχουν μέρη όπου η φιλοξενία δεν είναι επάγγελμα μόνο. Είναι τρόπος ζωής.
Τα μικρά μαγαζιά και το νέο στέκι του νησιού
Τα ψώνια μας τα κάναμε στο Κουμπί της Κιμώλου και στον Κιμώλiθο. Μικρά, όμορφα μαγαζιά, από αυτά που χαίρεσαι να μπαίνεις μέσα, γιατί δεν μοιάζουν απρόσωπα. Έχουν χαρακτήρα. Έχουν ανθρώπους πίσω τους. Έχουν κάτι από το νησί.
Και φυσικά, τα after cocktails μας τα ήπιαμε στο Feeling Kimolos, το νέο in στέκι του νησιού. Με μουσικάρες, ποτάρες και αυτή την ενέργεια που σε κάνει να λες «θα κάτσω λίγο ακόμα» και τελικά να γυρίζεις στις 8:00 το πρωί.

Γιατί έτσι είναι η Κίμωλος. Τη μία στιγμή σε κοιμίζει με το κύμα και την άλλη σε κρατάει ξύπνιο μέχρι να βγει ο ήλιος. Τη μία στιγμή σε θέλει ήσυχο, ξυπόλυτο, χαλαρό, και την άλλη σου θυμίζει ότι το καλοκαίρι είναι και για γέλια, μουσικές, ποτά και νύχτες που δεν θέλεις να τελειώσουν.
Η Κίμωλος μέσα μου
Κάπου ανάμεσα στα Πράσσα, στα σοκάκια, στα κοκτέιλ, στη λαδένια, στο φρέσκο ψάρι, στο σύρμα και στο κύμα που ακούγαμε κάθε βράδυ, κατάλαβα πως η Κίμωλος είχε ήδη κάνει τη δουλειά της.
Με είχε ηρεμήσει. Με είχε ξεκουράσει. Με είχε γυρίσει λίγο πιο κοντά σε εκείνη την απλή εκδοχή του εαυτού μου που ξεχνάω μέσα στην καθημερινότητα. Εκείνη που δεν χρειάζεται πολλά για να νιώσει καλά. Μια θάλασσα, ένα καλό τραπέζι, λίγοι όμορφοι άνθρωποι, ένα μηχανάκι, ένα σοκάκι, ένα ποτήρι στο χέρι και ένα μέρος που σε κάνει να νιώθεις ασφαλής.

Και τελικά αυτό είναι το πιο όμορφο που μπορεί να σου χαρίσει ένα ταξίδι. Όχι μόνο εικόνες. Αλλά μια αίσθηση. Ένα μέσα σου που μαλακώνει.
Και η Κίμωλος, χωρίς φωνές, χωρίς υπερβολές, χωρίς να προσπαθήσει πολύ, το έκανε.
by Joan Lio!




