Έχεις νιώσει ποτέ την ανάγκη να μείνεις σε ένα μέρος από την πρώτη κιόλας στιγμή που το γνωρίζεις; Να πατήσεις το πόδι σου εκεί και να νιώσεις πως κάτι μέσα σου ησυχάζει; Πως αυτός ο τόπος, χωρίς να τον ξέρεις καλά ακόμη, σε τραβάει κοντά του; Έτσι ακριβώς έπαθα κι εγώ πηγαίνοντας στην Κίμωλο φέτος τον Ιούνιο. Πήγα για λίγες μέρες… και ένιωσα πως θα μπορούσα να μείνω για πάντα. Και το λέω εγώ, που είμαι νησιώτισσα.
Γνήσια Κρητικιά. Ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει με θάλασσα, ήλιο, φιλοξενία και καλοκαίρια γεμάτα φως. Κι όμως… την ερωτεύτηκα! Έπαθα… Κίμωλο, που λένε και οι Κιμωλίτες!

Η πρώτη αίσθηση του νησιού
Ερωτεύτηκα το vibe του νησιού. Αυτή την ήρεμη ενέργεια που έχει, χωρίς φασαρία, χωρίς υπερβολές. Ερωτεύτηκα τα τιρκουάζ, κρύα νερά της, που σε ξυπνούν, σε καθαρίζουν, σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός. Ερωτεύτηκα τα σοκάκια της, την απλότητά της, το φαγητό της, τις μυρωδιές της, τα χρώματά της. Μα πιο πολύ, ερωτεύτηκα τους ανθρώπους της. Ανθρώπους ακόμη αγνούς, αληθινούς, ανοιχτούς στον επισκέπτη.
Να σε υποδεχτούν με χαμόγελο, να σε φιλέψουν με ό,τι έχουν, να σε κάνουν να νιώσεις πως δεν είσαι απλώς τουρίστας, αλλά καλεσμένος στον τόπο τους. Η Κίμωλος δεν με κέρδισε με φωνές. Με κέρδισε σιγά σιγά. Με την ησυχία της, τη φυσική ομορφιά της και αυτή τη σπάνια αίσθηση αυθεντικότητας που σήμερα δύσκολα βρίσκεις.

Ένα σύρμα ήταν η αφορμή
Το ταξίδι αυτό αποφασίστηκε σχεδόν αυθόρμητα, όταν είδα κάπου στα social media, και συγκεκριμένα στο Instagram, να διαφημίζεται ένα σύρμα της Κιμώλου, ή αλλιώς «μαγαζί», όπως το λένε οι Κιμωλίτες. Ένα μικρό, απλό, κυκλαδίτικο καταφύγιο, τόσο κοντά στη θάλασσα που το κύμα έσκαγε σχεδόν στην πόρτα μας. Η εικόνα αυτή με τράβηξε αμέσως.
Δεν ήταν απλώς ένα όμορφο κατάλυμα· ήταν αυτή η αίσθηση ότι θα ξυπνάς και το πρώτο πράγμα που θα ακούς δεν θα είναι ούτε αυτοκίνητα, ούτε φωνές, ούτε ειδοποιήσεις, αλλά μόνο η θάλασσα. Είχα μείνει ξανά σε σύρμα στη Μήλο, οπότε δεν ήταν η πρώτη μου εμπειρία σε κάτι τέτοιο. Ήξερα περίπου τι σημαίνει να κοιμάσαι δίπλα στο κύμα, να ανοίγεις την πόρτα και να βλέπεις μπροστά σου το απέραντο γαλάζιο. Όμως αυτή τη φορά κάτι ήταν διαφορετικό.

Όταν όλα πίσω σβήνουν
Η διαφορά δεν ήταν μόνο το σπίτι, ούτε μόνο η θέα. Ήταν η ατμόσφαιρα της Κιμώλου. Από τη στιγμή που έφτασα στο νησί, ένιωσα σαν να έσβησαν όλα όσα κουβαλούσα πίσω μου. Η δουλειά, ο θόρυβος, οι υποχρεώσεις, οι σκέψεις, όλα άρχισαν σιγά σιγά να απομακρύνονται. Σαν να τα πήρε ο αέρας και να τα άφησε κάπου μακριά.
Εκεί, μπροστά στη θάλασσα, δεν χρειαζόταν να κάνεις πολλά. Αρκούσε να σταθείς, να κοιτάξεις, να αναπνεύσεις. Άκουγα μόνο το κύμα, αυτόν τον σταθερό ήχο που σε ηρεμεί χωρίς να προσπαθεί. Και κάπως έτσι, από την πρώτη κιόλας μέρα, κατάλαβα ότι η Κίμωλος δεν θα ήταν απλώς ένας ακόμη προορισμός. Θα ήταν ένα μέρος που θα έμενε μέσα μου.

Μηχανάκι, κράνος και φύγαμε!
Μηχανάκι, κράνος και η εξερεύνηση της Κιμώλου μόλις ξεκίνησε! Από εκείνες τις πρώτες βόλτες που δεν έχεις ακριβές πρόγραμμα, μόνο διάθεση να χαθείς λίγο στους δρόμους του νησιού και να δεις πού θα σε βγάλει. Το πρώτο πράγμα που ψάξαμε, φυσικά, ήταν μια καλή ταβέρνα με φρέσκο ντόπιο ψάρι.
Την ταβέρνα τη βρήκαμε προφανώς… έλα όμως που εκείνες τις μέρες είχε βοριάδες και οι ψαράδες είχαν δεμένες τις βάρκες τους. Και όταν οι βάρκες μένουν δεμένες, το φρέσκο ψάρι γίνεται λίγο πιο δύσκολη υπόθεση.


Στου Σαρδή — Η Κίμωλος στο πιάτο
Αλλά η Κίμωλος δεν έχει μόνο θάλασσα. Έχει και καλό φαγητό, καλό κρέας και γεύσεις αυθεντικές. Έτσι, καταλήξαμε στο εστιατόριο του Σαρδή και φάγαμε όπως πρέπει: κουνελάκι λεμονάτο, κατσικάκι λιωμένο στη γάστρα, κατσικάκι ζακυνθινό και χωριάτικη σαλάτα με ξινό Κιμώλου.
Ούτε γκουρμέ πιάτα, ούτε ξενικές sauces, ούτε υπερβολές. Τίποτα από όλα αυτά. Μόνο απλές, λιτές, παραδοσιακές γεύσεις, από αυτές που σε κάνουν να θυμάσαι γιατί αγαπάς τόσο πολύ τα ελληνικά νησιά. Φαγητό αληθινό, χωρίς πολλά λόγια, αλλά με πολλή ψυχή.
Επιστροφή στο σύρμα για siesta
Μετά το φαγητό, επιστροφή στο σύρμα μας για ξεκούραση. Γιατί όσο κι αν θέλεις να γυρίσεις όλο το νησί από την πρώτη μέρα, η Κίμωλος σε μαθαίνει σιγά σιγά να κατεβάζεις ρυθμούς. Να αφήνεις λίγο το πρόγραμμα στην άκρη, να ακούς το σώμα σου, να ανοίγεις την πόρτα και να έχεις μπροστά σου τη θάλασσα.
Λίγη ησυχία, λίγος ήχος από το κύμα, λίγη σκιά και αυτή η γλυκιά αίσθηση ότι δεν χρειάζεται να βιαστείς για τίποτα. Σιέστα λοιπόν, όπως πρέπει σε νησί, και ξανά στη γύρα το απόγευμα! Με γεμάτες μπαταρίες, κράνος στο χέρι και διάθεση να ανακαλύψουμε κι άλλες γωνιές της Κιμώλου.

Στο Χωριό!
Το απόγευμα στα νησιά έχει άλλη μαγεία. Το φως μαλακώνει, η ζέστη πέφτει, οι δρόμοι ξαναζωντανεύουν και εσύ νιώθεις πως η μέρα μόλις ξεκινάει από την αρχή. Άρα είναι η ώρα για το Χωρίο!
Στην Κίμωλο δεν λένε «πάμε στη Χώρα», όπως θα έλεγαν στη Νάξο για παράδειγμα. Εκεί θα πουν απλά: «πάμε στο χωριό». Και πραγματικά, στο χωριό θα τα βρεις όλα. Κυκλαδίτικα σοκάκια, λευκά σπίτια με κάθε λογής χρώμα σε πόρτες και παράθυρα, μικρές αυλές, πέτρες, χρώματα και εκείνη την απλότητα που κάνει την Κίμωλο τόσο ξεχωριστή.

Τα σοκάκια της είναι γεμάτα κυκλαδίτικους αρμούς, και μάλιστα όταν πήγαμε, πετύχαμε και το πρώτο φεστιβάλ αρμών! Ένα κάστρο που μπορεί να μην έχει διασωθεί ολόκληρο, όμως για μένα αξίζει να το δεις, γιατί ακόμη και έτσι κρατάει κάτι από την ιστορία και την ψυχή του τόπου. Και γύρω του, μικρά μαγαζάκια, προσεγμένα και όμορφα, που όλα τους μοιάζουν να φωνάζουν: Κίμωλος!
Για ποτό ή μήπως… ;
Η κούραση της πρώτης ημέρας μάς είχε κατακλύσει, αλλά αντί να πούμε «πάμε για ύπνο», είπαμε: «Πάμε για ένα ποτό;» Και κάπου εκεί ήρθε η δεύτερη σκέψη: «Βρε… δεν πάμε πάλι για φαγητό; Εδώ έχει ωραίο φαΐ!»
Και κάπως έτσι μας βρήκε το τέλος της πρώτης μέρας στη χασαποταβέρνα του Αυγουστή, να τρώμε ξανά σαν να μην είχαμε φάει πριν λίγες ώρες. Κοκορέτσι, κοντοσούβλι, γουρουνοπούλα με όλα τα παρελκόμενα και κιμωλίτικο κρασάκι χύμα.
Απλά, χωρίς στησίματα και υπερβολές. Μια ταβέρνα αυθεντική, από αυτές που κάθεσαι για λίγο και τελικά δεν θέλεις να σηκωθείς. Γιατί στην Κίμωλο, ακόμη και η πρώτη μέρα τελειώνει όπως πρέπει: με βόλτα, καλό φαγητό, κρασί και αυτή την αίσθηση ότι βρίσκεσαι ακριβώς εκεί που πρέπει.

Επιστροφή στο σύρμα…
Επιστροφή στο σύρμα μας, για δροσερό κεράσι έξω στην παραλία και, προφανώς, για την απόλυτη χαλάρωση. Εκεί, μπροστά στη θάλασσα, δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο. Μόνο λίγες στιγμές ησυχίας, το σκοτάδι να πέφτει σιγά σιγά, η αλμύρα στον αέρα και το κύμα να σκάει δίπλα μας, σαν να μας θύμιζε πως αυτή η μέρα δεν χρειαζόταν άλλο κλείσιμο.
Είχαμε φάει, είχαμε περπατήσει, είχαμε γελάσει, είχαμε αρχίσει ήδη να μπαίνουμε στον ρυθμό του νησιού. Και κάπως έτσι, μετά από πολλά χρόνια, κοιμήθηκα με ανοιχτή και ξεκλείδωτη πόρτα, ακούγοντας το κύμα όλο το βράδυ. Χωρίς φόβο, χωρίς σκέψεις, χωρίς εκείνη την ένταση που κουβαλάμε συνήθως από την καθημερινότητα. Μόνο εγώ, η θάλασσα και αυτή η σπάνια αίσθηση ελευθερίας που σου χαρίζουν κάποια μέρη χωρίς καν να προσπαθήσουν.
Εκείνο το βράδυ κατάλαβα πως η Κίμωλος δεν σε φιλοξενεί απλώς. Σε ηρεμεί. Σε ξεκλειδώνει. Σε κάνει να νιώθεις ξανά απλός άνθρωπος.
to be continued…
by Joan Lio




