Κάθε μέρα που περνά αναρωτιέμαι όλο και περισσότερο πώς καταφέρνω να επιβιώνω στον κόσμο αυτό της απογοήτευσης. Στον κόσμο αυτό, που πασχίζει να με γονατίσει και στρέφει εναντίον μου όσα αγαπώ πιο πολύ. Πόσα δεινά ν’ αντέξει ένας μόνο άνθρωπος ; πόση στεναχώρια να χωρέσει μέσα σε μια μόνο καρδιά ; και όταν δεν έχει πια ίχνος αυτοεκτίμησης κι αυτοπεποίθησης και δεν μπορεί να βρει ούτε μια τόση δα σωτήρια κλωστή για να σκαρφαλώσει και πάλι στην κορυφή, ποιος ξέρει σε ποιον πάτο θα περιπέσει…

Ένα παγερό χειμωνιάτικο βράδυ, με βρήκε να τραντάζω την εξώπορτα καθώς έφευγα βιαστικά απ’ το αποπνυκτικό μου σπίτι. Οι ελάχιστοι λόγοι για να μείνω, δεν νικούσαν ποτέ τις κραυγές μου για ελευθερία. Σαν κάτι μέσα μου να τρελαινόταν κάθε που ένιωθα την παραμικρή πίεση. Ακροβατώντας έτσι ανάμεσα στη λογική και την παράνοια, δεν σκέφτηκα ούτε στιγμή να προσπαθήσω για τα άδικα που με κύκλωναν καθημερινά. Αντ’ αυτού περιέπεσα στην εσχάτη των λύσεων. Το έβαλα στα πόδια, θεωρώντας πως έτσι θα απαλλασσόμουν από κάθε τι δυσάρεστο και τα προβλήματά μου θα έμεναν κλειδωμένα σε κείνο το ψυχρό σπίτι, σε κάποιο καλά κλειδωμένο κουτί αναμνήσεων στο πίσω-πίσω μέρος του μυαλού μου. Είναι πια αργά για μετάνοιες, αλλά δεν είχα φανταστεί πόσο έξω μπορούσα να πέσω.

Θαρρείς πως ο κόσμος θα σου ‘δινε μια δεύτερη ευκαιρία να ξεκινήσεις και πάλι απ’ το μηδέν. Θα σου φερόταν φιλόξενα και στοργικά, σαν έβλεπε πως το χεις ανάγκη. Παρατηρώντας  όμως κάθε πόρτα να οδηγεί σ’ ένα ακόμα αδιέξοδο και συνειδητοποιώντας τη σκληρότητα του να ζεις μόνος, άρχισα να ακολουθώ ένα μονοπάτι λανθασμένων αποφάσεων με τελικό προορισμό την καταστροφή. Και σ’ όλη τη διαδρομή συνειδητοποιούσα το πόσο μόνος ήμουν. Από επιλογή η κατάντια να βρίσκομαι κάθε βράδυ στο ίδιο παγκάκι, εξαρτημένος σε κάτι που μέρα με τη μέρα με κατέστρεφε. Και δεν με ένοιαζαν πια τα περιφρονητικά βλέμματα των περαστικών γιατί είχα πάψει να πιστεύω στους σωτήρες. Είχα περάσει αναμφίβολα στην όχθη του παραλόγου, χωρίς προθέσεις επιστροφής.

Ιδού, να ζω τώρα αυτό που μου φαινόταν εξαρχής ως η μόνη λύση. Ζαλισμένες περιπλανήσεις σ’ ένα σώμα που δεν ένιωθα πια δικό μου, με ανθρώπους που είχαν από καιρό, πριν από μένα, καταστραφεί. Να φτάνω τον εαυτό μου στα άκρα, επειδή επέτρεψα στη δειλία μου να με κυριεύσει. Τώρα πια, κανένα ρολόι δεν φαινόταν να λειτουργεί και οι δεσμοί που με κρατούσαν σ’ επαφή με τον κόσμο έσπαζαν ο ένας μετά τον άλλον. Είχα εγκατασταθεί οικειοθελώς σε μια αβυσσαλέα τρύπα κι έπεφτα, έπεφτα, έπεφτα πιστεύοντας πως κάποια στιγμή θα πιάσω πάτο. Βυθιζόμουν όλο και πιο βαθιά και ναι, είχα ανάγκη από κάποιον να με σώσει, τώρα περισσότερο από ποτέ. Όταν όμως έχεις επιλέξει να παρατήσεις τον κόσμο, μην περιμένεις να σε σύρει απ’ το χέρι και να σ’ επαναφέρει στο δρόμο του καλού.

Και τότε το είδα, το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει για δυο στιγμές το ναρκωμένο μου μυαλό. Έχοντας τα μάτια μου σχεδόν κλειστά κατάφερα με δυσκολία να διακρίνω ένα βλέμμα καρφωμένο επάνω μου. Δυο αγνά, νεανικά και βουρκωμένα μάτια να με κοιτάζουν διστακτικά, μα επίμονα. Ώσπου ένα ζευγάρι χέρια βούτηξε απότομα το παιδί και το έσυρε μακριά μου. Μακριά απ’ τον ίδιο του τον πατέρα, που τον είχε προδώσει με κάθε πιθανή έννοια της λέξης. Γιατί ; γιατί ήταν τόσο βαθιά φοβισμένος από κάθε τι αληθινό και τόσο ανίκανος να νοιαστεί για κάτι περισσότερο απ’ τον ίδιο του τον ασήμαντο εαυτό. Και γιατί προτίμησε με παροιμιώδη δειλία να καταστραφεί σ’ αυτό εδώ το παγκάκι παρά να εκτιμήσει τη μοναδική ευκαιρία που του δόθηκε για ζωή.

Μισώ τον εαυτό μου, όσο δεν μίσησα ποτέ κανέναν, που μου επέτρεψα να πέσω τόσο χαμηλά. Που επέτρεψα σε μερικούς κόκκους σκόνης να μου στερήσουν τη λογική και να γκρεμίσουν όσα για χρόνια είχα πασχίσει να χτίσω. Ήμουν τόσο μικρός τελικά. Και απεύχομαι μ’ όλη μου την ψυχή ετούτη την κατάντια σ΄ όποιον θέλει να φέρει τον προνομιακό τίτλου του «ανθρώπου». Θαυμάζω τώρα πιο πολύ τους δυνατούς, εκείνους που παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους. Εκείνους που στέκονται στα πόδια τους όχι μόνο γι’ αυτούς που αγαπούν, αλλά και για τη ζωή την ίδια. Αν έπρεπε να θυμηθώ τη στιγμή που με τάραξε πιο πολύ, θα ήταν εκείνη στην οποία συνειδητοποίησα την πλήρη μου εξάρτηση. Όταν πια δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω το χρόνο για να διορθώσω τα πράγματα και όταν το μέλλον ήταν μονάχα σκοτεινό. Μα το μόνο που με έκανε πραγματικά να ντραπώ για αυτό που είχα γίνει, ήταν το βλέμμα εκείνο του παιδιού μου, που με περιεργαζόταν έτοιμο να καταρρεύσει. Γιατί είχε απέναντί του ένα πλάσμα που μετά βίας αναγνώριζε. Ένα πλάσμα, που συνήθιζε ν’ αποκαλεί «πατέρα». Σ’ αυτά τα πρόσωπα, τα μόνα που θα μπορέσουν να σε βγάλουν από κάθε σου βαθύ σκοτάδι, μην τους κλείνεις την πόρτα. Μην τους κάνεις να νιώθουν λιγότερο απαραίτητοι, απ’ όσο πραγματικά είναι…

8

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.