Από το συγγραφικό του κιόλας ντεμπούτο με τίτλο Ερασιτέχνες Δολοφόνοι, ο Λευτέρης Μπούρος φρόντισε να δείξει με τρόπο μυστηριώδη και ίσως ευθύ τις προθέσεις του. Οκτώ ιστορίες εγκλημάτων και ψυχικού αναβρασμού, λαμβάνουν χώρα στο μυαλό του εξαρτημένου αναγνώστη που δε μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Και να, που ερχόμενοι στο σήμερα και λίγες ημέρες πριν, συγκεκριμένα τις πρώτες του Ιούνη, ο Λευτέρης Μπούρος “ξαναχτυπά” με το Drifter #1: Το Χέρι Του Νεκρού. Τζόγος, κακόφημα στέκια και κάποιες δολοφονίες που περιμένουν δικαίωση είναι μόνο μερικά από τα θέματα που ο συγγραφέας διαπραγματεύεται.

Ποιος είναι όμως στη πραγματικότητα ο συγγραφέας που με τόση δεξιότητα χειρίζεται το pulp noir; Πάμε να γνωρίσουμε λιγάκι καλύτερα τον Λευτέρη Μπούρο.

Λευτέρης

 Πες μας λίγα λόγια για τον εσένα και το νέο σου έργο.

Έζησα τα παιδικά μου χρόνια στο Αγρίνιο. Το 2007 μετακόμισα στην Αθήνα για να σπουδάσω στο Πολυτεχνείο. Παράλληλα με τις σπουδές, είχα την ευκαιρία να δουλέψω σε διάφορα καταστήματα εστίασης στην περιοχή του Ζωγράφου, σχεδόν σε όλα τα πόστα. Πήρα το πτυχίο μου το 2014 από τη σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και σήμερα πια, έχω την τύχη να εργάζομαι πάνω στο αντικείμενο των σπουδών μου, σε ένα ρόλο που απολαμβάνω πολύ.
Το βιβλίο μου, «Το Χέρι του Νεκρού», είναι το πρώτο μέρος της σειράς με τίτλο «DRIFTER» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις BELL. Πρόκειται για ένα pulp-noir μυθιστόρημα, με αναπάντεχους ήρωες και διασκεδαστική αφήγηση. Ουσιαστικά, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με την ιστορία ενός περιθωριακού νεαρού, ο οποίος μπαίνει «από σπόντα» μέσα σε μια υπόθεση δολοφονίας και καλείται να προστατέψει την σύντροφο του νεκρού. Το παρελθόν των δυο τους βέβαια, θα παίξει τον ρόλο του – σύντομα οι ήρωες βρίσκονται κυνηγημένοι, τόσο από τους δολοφόνους, όσο και από την αστυνομία που προσπαθεί να διαλευκάνει την υπόθεση. Διακυβέυονται πολλά – στο τέλος του πρώτου μέρους, κανείς από τους ήρωές μας δεν θα είναι ξανά ο ίδιος.

 

Τι είναι αυτό που οδήγησε τον Λευτέρη στη συγγραφή; Ποια ανάγκη του εαυτού και της προσωπικότητας σου καλύπτεις γράφοντας;

Έγινε εντελώς τυχαία, κάπου το 2014. Τότε είχα απολυθεί από το στρατό, έκανα τη διπλωματική μου εργασία, και παράλληλα έπαιζα ποδόσφαιρό με φίλους, σε ένα ερασιτεχνικό πρωτάθλημα. Σε ένα από εκείνα τα παιχνίδια τραυματίστηκα, και, μέσα στο χρόνο αποθεραπείας αποφάσισα να γράψω το πρώτο μου μυθιστόρημα. Ήταν φιλόδοξο το εγχείρημα, μιας και τα αναγνώσματά μου εκείνο τον καιρό δεν ήταν πολλά, οπότε –μάλλον αναμενόμενα– στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία. Παρόλα αυτά, είχα μόλις ανακαλύψει με τι ήθελα να ασχοληθώ τα επόμενα χρόνια.
Ασφαλώς η συγγραφή, όπως και οι περισσότερες τέχνες, καλύπτει την πρωταρχική ανάγκη της έκφρασης. Σε σχέση με τις υπόλοιπες όμως, η συγγραφή μού προσφέρει τη δυνατότητα να ζήσω περισσότερες και διαφορετικές ζωές από την δική μου. Είναι κάπως κοινότοπο, αλλά μέσα από τους χαρακτήρες του, ο συγγραφέας μπορεί να γίνει οποιοσδήποτε μπορεί να φανταστεί.

 Πως εμπνέεσαι τους χαρακτήρες των έργων σου; Υπάρχουν μικρές στιγμές στη καθημερινότητα σου που νοιώθεις έστω μια μερική ταύτιση μαζί τους;

Με την πρώτη σκέψη θα έλεγα ότι οι άλλες τέχνες, όπως ο κινηματογράφος ή η μουσική, είναι από μόνες τους αρκετές για να τροφοδοτήσουν την έμπνευση. Σκεπτόμενος λίγο περισσότερο όμως, μπορώ να πω ότι οι μικρές ιστορίες των καθημερινών ανθρώπων –εκείνες που συχνά δεν λαμβάνουμε υπόψη– έχουν πολλές φορές την δική τους σημασία: Η κοινωνική αδικία, οι καθημερινές δυσκολίες, τα προσωπικά δράματα και οι πιθανότητες που ανοίγονται στην υποθετική συμπεριφορά των καθημερινών ανθρώπων, έχουν λειτουργήσει κατά καιρούς σαν έμπνευση για μένα. Και ναι – σίγουρα – σε πολλές περιπτώσεις νιώθω πραγματική ταύτιση με τους ήρωές μου.

 

Πως φαντάζεσαι τον εαυτό σου σε δέκα χρόνια; Ποια τα όνειρα σου εντός κι εκτός της συγγραφής;

Χμ… δύσκολη ερώτηση. Σίγουρα σκέφτομαι τον εαυτό μου ακόμη στο επάγγελμα του Μηχανικού, ιδανικά σε κάποια μικρότερη πόλη, εκτός Αθηνών. Θα ήθελα να είμαι ακόμη σε θέση να γράφω ωραία κείμενα, και να εκδόσω μέχρι τότε εκείνο το πρώτο μυθιστόρημα που είχα προσπαθήσει – που για την ώρα πιάνει σκόνη στο τελευταίο συρτάρι του γραφείου μου.

 

Ποιοι συγγραφείς -κλασικοί και μη- σε έχουν στιγματίσει σαν άνθρωπο; Ποια τα ερεθίσματα σου από παιδί και ποιο βιβλίο είναι αυτό που θα διαβάζεις ξανά και ξανά;

Κατευθείαν μου έρχονται στο μυαλό ο Ε.Α. Πόε και ο Γκι ντε Μωπασσάν. Τα διηγήματα των δυό τους επηρέασαν πάρα πολύ το πρώτο μου βιβλίο και μου έδωσαν μία ατμόσφαιρα που προσπάθησα να ακολουθήσω. Από εκεί και πέρα, πολλοί και διαφορετικοί είναι οι αγαπημένοι μου συγγραφείς: ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, ο Όργουελ, ο Σταίνμπεκ, ο Χένρι Μίλερ – όλοι τους έγραψαν διαφορετικού τύπου αριστουργήματα. Μιλώντας για αστυνομική/νουάρ λογοτεχνία, απολαμβάνω πολύ τα κείμενα του Μανσέτ, του Φαζαρντί, του Τσάντλερ, του Χάμετ.
Ένα βιβλίο που έχω διαβάσει ξανά και ξανά, είναι το Κάσκο, του Σέργιου Γκάκα, που υφολογικά ήταν από τις βασικότερες επιρροές μου για «το Χέρι του Νεκρού».

 

Ποια η σχέση σου με τα social media; Θεωρείς πως εμπνέεσαι και μπορείς να δημιουργήσεις μέσα από αυτά; Γενικότερα πως διαχειρίζεσαι την αναγνωρισιμότητα τόσο μέσα από τα βιβλία σου, όσο και από τα διάφορα μέσα κοινωνικοποίησης;

Γενικά χρησιμοποιώ σε μικρό βαθμό τα social media, κυρίως λόγω έλλειψης χρόνου. Έχω έναν λογαριασμό στο facebook και προσπαθώ από εκεί να μένω σε διαδικτυακή επικοινωνία με φίλους και συναδέλφους. Είναι ξεκάθαρο ότι τα κοινωνικά δίκτυα προσφέρουν απλόχερα ευκολίες που ούτε τις φανταζόμασταν τα προηγούμενα χρόνια, παρόλα αυτά, προσπαθώ να τα χρησιμοποιώ με μέτρο και μόνο όταν τα χρειάζομαι. Σε κάθε περίπτωση, απολαμβάνω πολύ τις περιπτώσεις όπου κάποιος αναγνώστης επικοινωνεί μαζί μου σχετικά με το βιβλίο μου. Με μεγάλη μου χαρά ανακαλύπτω φίλους, που σε διαφορετική περίπτωση ίσως και να μην είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω.

Ευχαριστούμε πολύ τον Λευτέρη Μπούρο για τη συνεργασία και του ευχόμαστε καλοτάξιδο το νέο του έργο!

 

Διαβάζοντας Το Πράσινο Μίλι Του Stephen King

Δες τη σελίδα μας στο Facebook