Υπάρχουν ποιητές που γράφουν στίχους και άλλοι που με τους στίχους τους γράφουν πληγές. Η Κατερίνα Γώγου ανήκει στην δεύτερη κατηγορία. Η πορεία της ξεκινά ως ηθοποιός σε κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου. Πίσω από τους ανάλαφρους ρόλους κρυβόταν μια βαθιά ανήσυχη προσωπικότητα, που αργότερα θα εξελισσόταν σε μία από τις πιο δυνατές και αντισυμβατικές φωνές της ελληνικής ποίησης.
Οι στίχοι της Κατερίνας Γώγου κουβαλάνε όλη την ψυχή της: οργή, τρυφερότητα, αντίσταση και μια βαθιά ανάγκη για ελευθερία. Αν δεν έχεις ακούσει τους παρακάτω στίχους, μείνε για να γνωρίσεις την πιο επαναστατική καλλιτέχνιδα του περιθωρίου.
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τούς αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή.
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τούς ρημάξατε το κόκκινο.
Απόσπασμα από: “Eμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά”
Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1940, σε μια εποχή όπου η Ελλάδα στεκόταν στο κατώφλι του πολέμου και της Κατοχής. Από μικρή γνώρισε τη σκληρή όψη της ζωής. Μάθαινε να επιβιώνει, πριν προλάβει να ονειρεύεται. Τίποτα δεν της χαρίστηκε, μεγαλωμένη σε μία λαϊκή οικογένεια κουρασμένων γονιών.

Η Κατερίνα όμως δεν λύγισε στη σκληρότητα των εποχών και αποφάσισε να ονειρευτεί. Από παιδί έδειξε μια έμφυτη κλίση στην τέχνη, με την υποκριτική να γίνεται γρήγορα ο φυσικός της τρόπος έκφρασης. Πρώτος της σταθμός έγινε ο κόσμος του θεάτρου και φοίτησε στη σχολή του Κωστή Μιχαηλίδη, ξεκινώντας έτσι το ταξίδι της στο σανίδι. Τα πρώτα της βήματα στο θέατρο φανέρωσαν μια παρουσία έντονη και ζωντανή, μια εκφραστικότητα που δεν περνούσε απαρατήρητη.
Ίσως τη θυμάσαι ως τη μαθήτρια της Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία “Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο”, ήταν εκείνη που κινούνταν ανάμεσα στις συμμαθήτριες, που πρόσεχε την Πολυχρονοπούλου, την Ξανθοπούλου, που μιλούσε με τη Γιαδικιάρογλου, σαν μια μικρή φιγούρα μέσα στη ζωντάνια της σχολικής τάξης.
Ή μπορεί να τη θυμάσαι δίπλα στην Τζένη Καρέζη στην ταινία “Μια τρελή, τρελή οικογένεια”, ως την αδερφή που δεν σταματούσε να χορεύει, γεμάτη ενέργεια, κίνηση και νεανική ανεμελιά.

Μικρές στιγμές στον ελληνικό κινηματογράφο, που τότε έμοιαζαν ανάλαφρες – σήμερα όμως φωτίζουν την αρχή μιας πορείας που θα έπαιρνε εντελώς διαφορετική, πιο σκοτεινή και πιο βαθιά κατεύθυνση…
Ποιανού αλόγου τρελαμένου το χλιμίντρισμα
κάνει τόση αντήχηση μέσα μου
μου διογκώνει το Εγώ μου…
Ποιανής σελήνης έκλειψη
ποιου φεγγαριού η χάση
μαζί σηκώνει μέσα μου
άμπωτη και παλίρροια δίδυμες αδερφές μου…
Απόσπασμα από το ποίημα: “Πως με κοιτάς έτσι”
Μέσα στη δεκαετία του ’70, σε μια Ελλάδα που είχε περάσει τη δικτατορία και έβραζε κοινωνικά και πολιτικά, η Γώγου αρχίζει να εκφράζει πιο έντονα την οργή και την απογοήτευσή της για τον κόσμο γύρω της. Όσο απομακρυνόταν από το φως της σκηνής, τόσο πλησίαζε σε μια πιο σκοτεινή αλλά και πιο αληθινή μορφή έκφρασης: αυτή της ποίησης. Η γραφή της δεν χώραγε στα καλούπια των κανόνων της εποχής, έσπαγε τη συμβατική γλώσσα της μεταπολίτευσης και μιλούσε με έναν ωμό τρόπο.
Η πρώτη της ποιητική συλλογή, “Τρία κλικ αριστερά” (1978), είχε απρόσμενη επιτυχία, φτάνοντας τις 40.000 πωλήσεις. Έκανε ήδη ξεκάθαρο ότι δεν επρόκειτο για μια «ηθοποιό που γράφει», αλλά για μια νέα, αυθεντική ποιητική φωνή. Ακολούθησε το “Ιδιώνυμο” (1980) και αργότερα το “Ξύλινο παλτό” (1986), έργα που εδραίωσαν τη θέση της ως μιας από τις πιο αντισυμβατικές φωνές της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Ο έρωτας στη ζωή της δεν παρουσιάζεται ως «ρομαντική σταθερότητα», αλλά περισσότερο ως εμπειρία έντασης, σύγκρουσης και ευαισθησίας, κάτι που καθρεφτίζεται και στην ποίησή της, όπου ο άνθρωπος είναι πάντα εκτεθειμένος, ευάλωτος και μόνος. Η αγάπη όμως είχε την παρουσία της, συγκεκριμένα αυτή του Παύλου Τάσιου.
Είναι Μαρία, δε θέλω να λέω ψέματα,
δύσκολοι καιροί και θα’ ρθουνε κι άλλοι
δε ξέρω, μην περιμένεις κι από μένα πολλά
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κράτησα καλά
Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
…παρ’ όλα αυτά Μαρία.
Απόσπασμα από το ποίημα: “Θα ‘ρθει καιρός”
Με τον σκηνοθέτη Παύλο Τάσιο απέκτησε την κόρη τους, Μυρτώ. Παρότι υπήρξε ένας σημαντικός δεσμός στη ζωή της, η σχέση τους και οι συνθήκες γύρω από την οικογενειακή τους ζωή δεν ήταν χωρίς δυσκολίες, και η Γώγου βρέθηκε αντιμέτωπη με μια βαθιά προσωπική κρίση που την σημάδεψε.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ’ όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!
Απόσπασμα από το ποίημα: “25 Μαΐου”
Η Μυρτώ, ένα παιδί που η Κατερίνα αγάπησε με εκείνη τη σκληρή, απόλυτη τρυφερότητα που μόνο οι πληγωμένοι άνθρωποι γνωρίζουν. Όταν η Μυρτώ χάθηκε νωρίς στις σκοτεινές διαδρομές των ουσιών, η Γώγου προσπάθησε να τη φτάσει, να τη σώσει, να σταθεί δίπλα της όχι σαν κριτής αλλά σαν μάνα. Και μέσα σε εκείνη τη μάχη, σχεδόν μοιραία, βυθίστηκε κι η ίδια στον ίδιο σκοτεινό κόσμο.

Η Κατερίνα Γώγου ανήκε στον αντιεξουσιαστικό κόσμο των Εξαρχείων και έζησε με μια βαθιά, ανυπότακτη στάση απέναντι στην εξουσία και την κοινωνική υποκρισία. Στάθηκε δίπλα σε αναρχικούς, πολιτικούς κρατούμενους και ανθρώπους του περιθωρίου, συμμετέχοντας ενεργά σε συλλογικότητες και επιτροπές αλληλεγγύης για την αποφυλάκιση διωκόμενων αγωνιστών. Για τη Γώγου, η ποίηση δεν ήταν καταφύγιο· ήταν κραυγή, δρόμος και σύγκρουση.
Το τέλος της Κατερίνα Γώγου ήρθε αργά, σαν μια σιωπή που είχε αρχίσει να απλώνεται χρόνια πριν. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 πάλευε ήδη με τους προσωπικούς της δαίμονες, κουβαλώντας το ίδιο σκοτάδι που είχε καταπιεί τον Νικόλα Άσιμο και τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Στις 3 Οκτωβρίου 1993, βρέθηκε νεκρή στο παλιό διαμέρισμα της μητέρας της, εκεί όπου είχε αποτραβηχτεί, σαν να ήθελε να χαθεί αθόρυβα από τον κόσμο. Ο θάνατός της ήρθε από ένα μοιραίο μείγμα χαπιών και αλκοόλ. Η Γώγου είχε χρόνια τώρα αρχίσει να αποχαιρετά τη ζωή μέσα από τα ίδια της τα ποιήματα.
Είμαι ελεύθερη, ελεύθερη, ελεύθερη και όταν έρθει καιρός που θα κρέμεται στο τσιγκέλι το πετσί μου σαν τομάρι απ’ τους κρατικούς εκδορείς και τη λογοκρισία, η φαντασία μου θα τρέχει.. τρέχει… τρέχει. Είμαι φευγάτη, από τώρα τρέχει… γειαααα
Η Γώγου, η σκοτεινή μούσα των Εξαρχείων, παραμένει ζωντανή μέσα στις λέξεις που άφησε πίσω της. Η Γώγου ζει σε στίχους γεμάτους οργή και μια απελπισμένη δίψα για ελευθερία. Δεν έγινε σύμβολο επειδή το επιδίωξε, αλλά γιατί τόλμησε να εκθέσει τις πληγές της χωρίς φόβο. Η Γώγου μίλησε απροκάλυπτα για την μοναξιά, την ήττα, την εξάρτηση και την ασφυξία μιας ολόκληρης εποχής.
Στα στενά των Εξαρχείων, στις κιτρινισμένες σελίδες των βιβλίων της και στις φωνές όσων ακόμα βρίσκουν παρηγοριά στην ποίησή της, η Γώγου μοιάζει να περπατά ακόμη ανάμεσά μας. Σαν μια γυναίκα που δεν έμαθε ποτέ να συμβιβάζεται και δεν μπήκε ποτέ σε καλούπια.
Μπορείς να βρεις την Κατερίνα στις ποιητικές συλλογές με την υπογραφή της:
Τρία κλικ αριστερά (1978)
Ιδιώνυμο (1980)
Το ξύλινο παλτό (1982)
Απόντες (1986)
Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών (1988)
Νόστος (1990)
Με λένε Οδύσσεια (2002, μεταθανάτια έκδοση)
Τα λέμε στο επόμενο,
Yianlee_

