Γράφει ο Κωνσταντίνος Ράικος

Στη Βενετία του 17ου και 18ου αιώνα, μια πόλη χτισμένη πάνω στο νερό και πνιγμένη σε εμπορικό πλούτο, γεννήθηκε μια από τις πιο συναρπαστικές ιστορίες της μουσικής – και ταυτόχρονα μια από τις πιο αδικημένες. Οι ταξιδιώτες της εποχής έγραφαν εκστασιασμένοι για ορχήστρες και χορωδίες που υπερείχαν κάθε αυλής της Ευρώπης· για μια μουσική εμπειρία που συγκλόνιζε.
Κι όμως, όταν σήκωνες το βλέμμα, δεν έβλεπες κανέναν μουσικό.
Πίσω από τα καφασωτά των ospedali, των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που φιλοξενούσαν ορφανά κορίτσια, βρίσκονταν οι figlie del coro – οι «κόρες της χορωδίας». Κορίτσια που ξεκινούσαν τη ζωή τους με απώλεια και σιωπή, αλλά κατέληγαν να παίζουν μουσική που συγκλόνιζε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο ίδιος ο Αντόνιο Βιβάλντι, καθηγητής σε ένα από τα ιδρύματα αυτά, έγραψε έργα ειδικά γι’ αυτές.
Οι figlie del coro δεν ήταν απλώς καλές μουσικοί. Ήταν η απόδειξη ότι η δημιουργικότητα ανθίζει ακόμη και όταν φυλακίζεται. Δεν έμαθαν μόνο ένα όργανο· εκπαιδεύονταν σε πολλά. Από βιολί σε τσέμπαλο, από φλάουτο σε τραγούδι. Η ευρυμάθεια τους δεν ήταν πολυτέλεια· ήταν ανάγκη, και ακριβώς αυτή η ανάγκη τις έκανε μοναδικές.
Αυτή η πολυπλευρικότητα δεν τις έκανε απλώς δεξιοτέχνες· τις έκανε στοχάστριες. Καθετί καινούριο που μάθαιναν, τις βοηθούσε να σκέφτονται διαφορετικά, να καλλιεργούν κριτική ματιά, να αναζητούν νέες αρμονίες εκεί όπου φαινόταν να υπάρχουν μόνο περιορισμοί.
Οι συναυλίες τους έγιναν θρύλος. Αριστοκράτες, διπλωμάτες και περιηγητές έσπευδαν να ακούσουν τις «ουράνιες φωνές» της Βενετίας. Όμως τα ονόματά τους δεν έμειναν. Δεν κατέγραψαν συνθέσεις, δεν έκαναν καριέρα, δεν πέρασαν στην Ιστορία όπως οι άνδρες συνάδελφοί τους.
Κι έτσι, ενώ η μουσική τους συγκλόνιζε, η κοινωνία δεν τους επέτρεψε να υπάρξουν ως δημιουργοί. Ήταν γυναίκες, και αυτό αρκούσε για να μείνουν πίσω από το καφασωτό – κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Αναρωτιέμαι πόσο μακριά έχουμε πάει από τότε. Σήμερα, δεν υπάρχει το ξύλινο καφασωτό, αλλά υπάρχουν άλλες μορφές αορατότητας. Η κοινωνία μας συχνά επιβραβεύει τη μονοδιάστατη εξειδίκευση, τη στενή χρησιμότητα, και ξεχνά την αξία της ευρυμάθειας και της δημιουργικότητας. Ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, στον Μονοδιάστατο Άνθρωπο, μιλούσε ακριβώς γι’ αυτό: για την παγίδευση της σκέψης σε εργαλειακές φόρμες που καταπνίγουν την ελευθερία και τη φαντασία.
Οι figlie del coro είναι το αντίθετο του μονοδιάστατου ανθρώπου: κορίτσια που έμαθαν πολλά, σκέφτηκαν πολλά, δημιούργησαν πολλά – κι ας έμειναν αόρατες.
Η ιστορία τους δεν είναι απλώς μια όμορφη μουσική παρακαταθήκη. Είναι μια υπενθύμιση ότι ο διαχωρισμός άνδρα–γυναίκας δεν στέρησε μόνο δικαιώματα· στέρησε από την ίδια την ανθρωπότητα δημιουργικότητα, κριτική σκέψη και πρόοδο. Κι αυτό είναι μια αδικία που οφείλουμε να αποκαταστήσουμε, όχι μόνο με ίσες ευκαιρίες στο παρόν, αλλά και με δικαιοσύνη στο παρελθόν· ανασύροντας τις ξεχασμένες φωνές, τις αόρατες συνθέσεις, τις ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ.
Γιατί αν κάτι μας διδάσκουν οι figlie del coro, είναι ότι η πραγματική δημιουργικότητα δεν γεννιέται από τη συμμόρφωση, αλλά από την ευρυμάθεια, την πολυφωνία και την τόλμη να φανταστείς αλλιώς. Και αυτό είναι ένα μάθημα που οι κοινωνίες μας –παρά τους αιώνες που πέρασαν– μοιάζουν ακόμη να χρειάζονται.

